Η ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ►

Ναυμαχία της Πάτρας 1822

Η Ναυμαχία της Πάτρας (20 Φεβρουαρίου 1822), ήταν μία από τις πολεμικές συμπλοκές της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, με νικηφόρα έκβαση για τους Έλληνες.
Δεν θα πρέπει να συγχέεται με τη σύγκρουση ελληνικών πλοίων και τουρκοαιγυπτιακού στόλου τον Ιούλιο του 1825 όταν ο Μιαούλης ανεφοδίασε επιτυχώς το πολιορκημένο Μεσολόγγι.
Η Πάτρα από παλιά ήταν ένα σημείο ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας, διότι ελέγχει τις θαλάσσιες οδούς προς και από το Ιόνιο, την Αδριατική και την κεντρική Μεσόγειο αλλά και τις οδούς προς τη βορειοδυτική Ελλάδα και τη δυτική Πελοπόννησο. Τη σπουδαιότητα της περιοχής μαρτυρεί και η συσσώρευση των παραθαλάσσιων οχυρών και φρουρίων που βλέπουμε και σήμερα στην περιοχή του Πατραϊκού κόλπου και εγγύς, όπως των Πατρών, του Αράξου, του Ρίου, του Αντιρρίου, της Ναυπάκτου, του Μεσολογγίου - την κατάκτηση του οποίου με τόση μανία επεδίωξε ο Οθωμανός - μέχρι και του Κάστρου της Κυλλήνης".
Σύνθεση του τουρκικού στόλου
Στις αρχές του 1822, «Συγκροτήθηκε στην Κωνσταντινούπολη δύναμη από Τούρκικα, Αιγυπτιακά, Τυνησιακά και Αλγερινά πλοία ανερχόμενα σε συνολικά 70 περίπου πλοία κρούσεως (Δίκροτα, Φρεγάτες, Κορβέτες) και μεταφορικά έμφορτα με 4000 στρατιώτες από τη Μικρά Ασία». Τα τουρκικά πλοία υπερτερούσαν σε αριθμό κανονιών σε σχέση με τα ελληνικά. «Επικεφαλής του Τουρκικού στόλου ετέθη ο Καπουδάν – Πασάς Καρά – Πέπε – Αλή, ενώ ως Καπουδάν- Μπέης (διοικητής πρωτοπορίας) ετέθη ο ναύαρχος της Αιγυπτιακής μοίρας Ισμαήλ Γιβραλτάρ». 
Οι αντιμαχόμενοι στόλοι
Όπως φαίνεται παραπάνω, από άποψη υλικού οι Οθωμανοί είχαν μια πολύ σεβαστή ναυτική δύναμη αλλά χωρίς οργάνωση και ποιότητα προσωπικού, αφού "από τα μέσα του 18ου και αρχές του 19ου αιώνα απογυμνωνόταν σταδιακά από ικανά στελέχη και πληρώματα Ελλήνων". Και έτσι φάνηκαν "απροετοίμαστοι στην αντιμετώπιση των καινοφανών και κάποτε ιδιότυπων συνθηκών διεξαγωγής των ναυτικών συγκρούσεων" που κατάφεραν να επιβάλλουν οι επαναστατημένοι Έλληνες στον αγώνα στη θάλασσα. Από την άλλη πλευρά οι Έλληνες, μετά τη Ρωσοτουρκική Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζί του 1774, είχαν δημιουργήσει έναν ιδιόμορφο εμπορικό στόλο "που με πρόσχημα την ασφάλεια κατά των πειρατών διέθετε και αριθμό μικρών πυροβόλων. Επιπλέον, ο στόλος διέθετε πληρώματα με πολεμική εμπειρία, είτε λόγω συμμετοχής τους στα τουρκικά πλοία, είτε λόγω της πειρατικής ή και αντιπειρατικής δραστηριότητάς τους". Ηγετική θέση στον στόλο αυτό είχαν τα νησιά Ύδρα, Σπέτσες και Ψαρά.
"Ο Jurien de la Graviere, σημειώνει με θαυμασμό την ταχύτητα προσαρμογής του προσωπικού και της οργάνωσης των πρώην εμπορικών πλοίων στις απαιτήσεις ενός πολεμικού στόλου που δημιουργήθηκε και μετεξελίχτηκε με γρήγορους ρυθμούς από το μηδέν." Η ναυμαχία των Πατρών είναι κλασσικό δείγμα της επιτυχίας αυτής αφού η ναυτική δύναμη των Ελλήνων αιφνιδίασε τον τουρκικό στόλο με τη συγκρότηση, την ταχύτητα ελιγμών των πλοίων, αλλά και τη δυνατότητα να εμπλακεί με "εκ παρατάξεως συμπλοκή ενάντια σε ένα ισχυρό αντίπαλο". 
Έξοδος του τουρκικού στόλου στο Αιγαίο και δράση του στην Πελοπόννησο (Ιανουάριος 1822)
Στις 24 Ιανουαρίου 1822, αρμάδα αποτελούμενη από 72 τουρκικά και αιγυπτιακά πολεμικά, υπό τον ναύαρχο Καρά Πεπέ Αλή, και τον Αιγύπτιο υποναύαρχο Ισμαήλ Γιβραλτάρ, πέρασε τον Ελλήσποντο, κατευθυνόμενη προς την επαναστατημένη Πελοπόννησο. Είχαν προηγηθεί δύο ανεπιτυχείς προσπάθειες των Ψαριανών να τη σταματήσουν, χρησιμοποιώντας πυρπολικά. 
Το τουρκικό σχέδιο υπαγόρευε πρώτα την κατάληψη της Μονεμβασιάς, η οποία θα επιτυγχανόταν με δωροδοκία του φρουράρχου της, Τζαννετάκη. Καθώς τα σχέδιο δεν ευοδώθηκε, ο στόλος παρέκαμψε το κάστρο και προσπάθησε να ανεφοδιάσει την πολιορκημένη Κορώνη. Εκεί όμως τους εμπόδισε η κακοκαιρία. Η προσπάθειά τους, όμως, την 29η Ιανουαρίου, να ανεφοδιάσουν το επίσης πολιορκημένο φρούριο της Μεθώνης με τρόφιμα και πολεμοφόδια, στέφθηκε αυτή τη φορά με επιτυχία. 
Στις 30 Ιανουαρίου, οι Τούρκοι αποβίβασαν 800 περίπου άνδρες έξω από το Νεόκαστρο, με σκοπό να το καταλάβουν. Η ελληνική φρουρά ήταν ολιγάριθμη και χωρίς εφόδια. Ορισμένα μέλη της λιποτάκτησαν και οι υπόλοιποι βρέθηκαν σε εξαιρετικά κρίσιμη θέση, ζητώντας απελπισμένα βοήθεια. Η δυσάρεστη αυτή κατάσταση ανατράπηκε σε λίγες μόλις ώρες, όταν κατέφθασε στο κάστρο ο Γερμανός στρατηγός, Καρλ φον Νόρμαν-Έρενφελς, με πενήντα το πολύ Ευρωπαίους φιλέλληνες. Ο Νόρμαν χρησιμοποίησε επιτυχημένα τα λίγα κανόνια του φρουρίου, χτυπώντας με αυτά τα τουρκικά πλοία και αναγκάζοντάς τα να καταφύγουν στη Ζάκυνθο. Εκεί, η βρετανική διοίκηση επέτρεψε στους Τούρκους να παραμείνουν για επισκευές και ανεφοδιασμό, παρά τη στάση ουδετερότητας που είχε διακηρύξει πιο πριν. 
Στη συνέχεια, οι Τούρκοι κατέπλευσαν στην, πολιορκημένη από τους Έλληνες, Πάτρα, όπου αποβίβασαν 4.000 πολεμιστές. Κατόπιν ο στόλος τους αγκυροβόλησε στη Ναύπακτο.
Οι Ψαριανοί εν τω μεταξύ είχαν ειδοποιήσει τους Υδραίους. Έτσι, μετά από μεγάλη προσπάθεια των νησιωτών, χωρίς καμμία οικονομική υποστήριξη από την επαναστατική κυβέρνηση, η οποία ήταν αδύναμη να συνδράμει οικονομικά, αλλά με δαπάνες των πλοιοκτητών και των κοινοτήτων των νησιών, τα τρία νησιά, Ύδρα, Σπέτσες και Ψαρά, σχημάτισαν, στις 8 Φεβρουαρίου, στόλο εξήντα τριών πλοίων (27 υδραίικα, 20 σπετσιώτικα, 16 ψαριανά) προκειμένου να αντιμετωπίσουν τους Τούρκους. Τον στόλο διοικούσε ο κοινά αποδεκτός αρχηγός Ανδρέας Μιαούλης, οι Υδραίοι Λάζαρος Πινότσης, Ιωάννης Βούλγαρης, ο Ψαριανός Νικολής Αποστόλης και ο Σπετσιώτης Γκίκας Τσούπας. Σύμφωνα με μαρτυρίες, όχι απόλυτα εξακριβωμένες, τα "υπό αναχώρηση πλοία προμηθεύτηκαν και σήκωσαν στους ιστούς τους μαζί με τις σημαίες των νησιών τους και το νέο εθνικό μας σύμβολο",  ίσως μια αρχική μορφή της γαλανόλευκης, (άσπρο σταυρό σε μπλε φόντο), όπως είχε καθοριστεί προ ολίγων ημερών στην 1η Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου (Ιανουάριος 1822).
Η σύγκρουση
Τα πλοία του ελληνικού στόλου συναντήθηκαν πρώτα στο νησάκι Πρώτη, όπου ο Γκίκας πληροφόρησε τους άλλους Έλληνες αρχηγούς πως οι Τούρκοι βρίσκονταν στον Κορινθιακό κόλπο. Έτσι τα ελληνικά πλοία απέπλευσαν, με επόμενο σημείο συνάντησής τους την περιοχή μεταξύ Ζακύνθου και Ηλείας, στις 15 Φεβρουαρίου. Εκεί ο Μιαούλης πρότεινε να επιτεθούν κατά του τουρκικού στόλου ενώ αυτός ήταν προσορμισμένος στη Ναύπακτο. Το σχέδιο του Μιαούλη έγινε αποδεκτό από όλους. Ήταν η πρώτη φορά που τόσα πολλά ελληνικά πλοία θα αντιμετώπιζαν τον εχθρό κατά παράταξη. Επειδή όμως είχε ξεσπάσει τρικυμία, τα ελληνικά πλοία αναγκάστηκαν να καταφύγουν στη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου, στις 16 Φεβρουαρίου 1822.
Στις 20 Φεβρουαρίου, και παρόλο που συνεχιζόταν η τρικυμία, ο Μιαούλης, ο οποίος εν τω μεταξύ αναγνωριζόταν από όλους ως γενικός αρχηγός της επιχείρησης, διέταξε επίθεση κατά του λιμανιού της Πάτρας, στο οποίο είχαν καταφύγει 36 τουρκικά πλοία. Τα ελληνικά πλοία, με πρώτα αυτά του Μιαούλη, άρχισαν να κανονιοβολούν εναντίον του τουρκικού στόλου. Οι Οθωμανοί αιφνιδιάστηκαν, καθώς δεν περίμεναν πως οι Έλληνες θα έκαναν επίθεση με τα μικρά τους πλοία, με τέτοια κακοκαιρία. Προσπάθησαν, πανικοβλημένοι, να εκπλεύσουν αλλά κατέφθασαν και άλλα ελληνικά πλοία, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει λυσσαλέα ναυμαχία, για πεντέμισι ώρες. Τελικά οι Έλληνες κατάφεραν να καταστρέψουν σχεδόν ολοκληρωτικά μία φρεγάτα, άλλα πλοία του εχθρού υπέστησαν σημαντικές ζημιές και αρκετοί Τούρκοι τραυματίστηκαν ή σκοτώθηκαν. Όσον αφορά τα ελληνικά πλοία, οι ζημιές που υπέστησαν ήταν πολύ μικρές και γρήγορα αποκαταστάθηκαν. Επίσης οι Έλληνες "είχαν ένα μόνο νεκρό, στο πλοίο του Μιαούλη, τον Ποριώτη ναύτη Νικόλα Γερακίτη και 20 τραυματίες." 
Το αποτέλεσμα της μάχης δεν ικανοποίησε απόλυτα τους Έλληνες αρχηγούς, καθώς λόγω της τρικυμίας δεν μπόρεσαν να λάβουν μέρος όλα τα πλοία ενώ απέτυχαν περισσότερες από μία απόπειρες να χρησιμοποιηθούν πυρπολικά. Σε ένα από αυτά τα πυρπολικά, διακρίθηκε ο Ψαριανός Ιωάννης Θεοφιλόπουλος, ή "Τσάκαλος ή Καραβόγιαννος ο οποίος και έκανε προσπάθεια για επίθεση σε εχθρικό πλοίο με παραλίγο επιτυχία, καταφέρνοντας τουλάχιστον να σώσει το πυρπολικό και το πλήρωμά του". 
Ο τουρκικός στόλος καταδιωκόμενος από τους Έλληνες αναγκάστηκε να καταφύγει στην Αγγλοκρατούμενη Ζάκυνθο, ενώ τα ελληνικά πλοία κατέπλευσαν στο Κατάκολο, το πρωί της 21ης Φεβρουαρίου, για "ανεφοδιασμό, συμμαζέματα μετά τη μάχη και παρακολούθηση του εχθρού".  Στην είσοδο του λιμανιού τους περίμενε Αγγλικό πλοίο το οποίο "εκδήλωσε τη μη πρόθεση να δεχτούν εμπόλεμους στα λιμάνια, παρά μόνο για πλοία που είχαν "φυσικήν τινά δυστυχίαν", όπως είχαν τα τούρκικα." 

Λεπτομέρειες για αυτά τα γεγονότα παρέχονται από την αλληλογραφία των Ελλήνων ναυάρχων με τη Βουλή και τα νησιά τους, καθώς και από το ημερολόγιο του Αναστάσιου Τσαμαδού, ο οποίος συμμετείχε με το πλοίο του, Αγαμέμνων.

Σημασία της ναυμαχίας
Αν και οι ζημιές στον τουρκικό στόλο δεν ήταν εντυπωσιακές και δημιουργήθηκε "αθυμία στις κοινότητες των νήσων και τη κεντρική διοίκηση, αφού δεν είδαν την αντίπαλη δύναμη συρρικνούμενη", το αποτέλεσμα της ναυμαχίας ήταν τεράστιας σημασίας για το ηθικό των Ελλήνων, οι οποίοι κατάλαβαν τότε ότι μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τον εχθρό όχι μόνο με επιθέσεις πυρπολικών αλλά και κατά παράταξη. Συγχρόνως αποτιμήθηκε η ηττοπαθής συμπεριφορά και το χαμηλό ηθικό ηγεσίας των Τούρκων να υποχωρήσουν αμέσως και να μην επιδιώξουν νέα αναμέτρηση, αλλά και "η αυτοπεποίθηση και εμπιστοσύνη στις δυνάμεις τους που ενστερνίστηκαν οι Έλληνες ναύαρχοι, καπεταναίοι και πληρώματα των πλοίων των νησιών". 
Επίσης στη Ναυμαχία των Πατρών αναδείχθηκε η στρατηγική ευφυΐα του Ανδρέα Μιαούλη, ο οποίος από την πρώτη του αναμέτρηση άλλαξε την τακτική της επίθεσης και επιχείρησε την "εκ παρατάξεως συμπλοκή" ενώ "τελειοποίησε και την τακτική χρήσης του πυρπολικού με επιθέσεις, όχι μόνο τη νύχτα αλλά και την ημέρα, με τη συνοδεία φίλιων πλοίων και την κάλυψη από το πυροβολικό τους". 
Στη ναυμαχία της Πάτρας ήταν η πρώτη φορά που εμφανίστηκε συγκροτημένος ο Ελληνικός στόλος με " ενιαία ψυχή, ενιαίο αρχηγό και ενιαία οντότητα, έτοιμος για τη μάχη, όπως όλοι οι στόλοι των οργανωμένων τότε ναυτικών εθνών".

ΣΧΟΛΙΑ

0 Σχόλια