To λεξικό του καλοκαιριού

Α Ασύρτικο:
αγίασμα, αναβλύζει από την καρδιά του Αρχιπελάγους, αλμυρό σαν δάκρυ, φωτεινό σαν γέλιο, διάφανο σαν παριανό μάρμαρο

Β Βουτιές:
του ψωμιού στο λάδι.

Γ Γεμιστά:
με ρύζι ή με κιμά, το αρχαιότερο debate, γεμιστά τη γιαγιάς, της μαμάς, της αγάπης μου
.
Δ Δυόσμος:
στα γιαλαντζί, στα κεφτεδάκια, στις μπάμιες στο φούρνο, η μυρωδιά της ανάσας σου.

Ε Ελιά:
η πατρίδα μας.

Ζ Ζυμώνω:
άρα υπάρχω.

Η Ηδύποτο:
βύσσινο, φράουλα, βερίκοκο, κεράσι.

Θ Θυμάρι:
όλοι το έχουν στο ντουλάπι, ελάχιστοι το τολμούν στο φαγητό.

Ι Ιμάμ:
Αχ!

Κ Κοκορέτσι:
σοφιστικέ γκουρμεδιά: με πνευμόνια ή με συκώτι, αδιάφορο, σίγουρα με πολύ σκόρδο και κόλιανδρο, τέχνη επική, μαγκιόρικη, ελληνική.

Λ Λαλάγγια:
λωρίδες ζύμης τηγανητές στο λάδι. Δωρικά, πέτρινα σαν τους πύργους της Μάνης.

Μ Μελιτζάνα:
η βασίλισσα, με κάθε τρόπο, με κάθε ευκαιρία, κάθε καλοκαίρι. Ξανά και ξανά.

Ν Ντομάτα:
καλοκαίρι, ήλιος, θάλασσα, κληματαριά, καγιανάς, τζιτζίκια, πλατσούρισμα στα ποτιστικά αυλάκια με νερό από το πηγάδι.

Ξ Ξυλόφουρνος:
όνειρο του Έλληνα γκουρμέ. Όταν όλοι θέλουν στον κήπο τους μια πισίνα, εκείνος ονειρεύεται έναν ξυλόφουρνο, να τον καίει, στη συνέχεια να τον "πανιάρει"
και να ρίχνει το ζυμωτό ψωμί να ψηθεί στα καυτά πυρότουβλα.
Ο Ούζο:
power!

Π Πεταλίδες:
ο λόγος που μικρός ζητούσες επίμονα δώρο για τα Χριστούγεννα ελβετικό σουγιά Ηλίαση, με αυτιά που βουίζουν από τις πολλές βουτιές, γόνατα κομμάτια
από το κυνηγητό και τα βράχια, "αν σε ξαναδώ να μαζεύεις πεταλίδες χωρίς να φοράς καπέλο, δεν θα κάνεις μπάνιο για μία βδομάδα!".

Ρ Ρόδι:
εκνευρίζεσαι όταν το βλέπεις στις μεταμοντέρνες σαλάτες των δήθεν εστιατορίων, θυμάσαι τη γιαγιά που στο σέρβιρε με ζάχαρη όταν περίσσευε από τα κό
λλυβα.

Σ Σπινιάλο:
δηλωτικό του βαθμού μύησης στη γαστρονομία, ενθύμιο από "εκείνο το καλοκαίρι" που έκανες μπάνιο γυμνός στις Μικρές Κυκλάδες κι ευχόσουν να κρατήσ
ει για πάντα.

Τ Τζατζίκι:
τον κόσμο όλο κι αν γύρισες, στα εστιατόρια τα μεγαλύτερα κι αν άφαγες, την τέχνη μαγείρων ξακουστών κι αν δοκίμασες, γεύση καλοκαιρινή σαν το τζατζί
κι δεν βρήκες!

Υ Υποχόνδριος:
όποιος δεν τρώει αμελέτητα, μυαλά, συκωτοπνεύμονα, εντεριές, πατσά, πηχτή, το μάτι και τη γλώσσα του αρνιού.

Φ Φανουρόπιτα:
το απόλυτο cult, η "αχίλλειος πτέρνα" του άθεου μάγειρα, το τέλος του καλοκαιριού, οι πεινασμένοι που την περιμένουν έξω από την Παναγία της Γρηγορού
α στην Πλάκα, τα λόγια του Ευαγγελιστή Ματθαίου για τα πετεινά του ουρανού. Σοφία, Πίστη, Ελπίδα, Αγάπη.

Χ Χταπόδι:
"Λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και τ αγόρι μου".

Ψ Ψωμί:
αυτονόητο, αμετάφραστο, απαραίτητο.

Ω Ωά:
Χαμινάδος: 6 αυγά, τα έξω φύλλα από 10-12 κρεμμύδια, 3 κουταλιές λάδι, αλάτι. Στρώνουμε τα μισά φλούδια σ ένα κατσαρολάκι, βάζουμε πάνω τ αυγά κα
τα σκεπάζουμε με τα άλλα μισά. Προσθέτουμε το λάδι και το αλάτι. Σκεπάζουμε την κατσαρόλα και τα αφήνουμε να σιγοβράσουν τουλάχιστον για τέσσερις
ώρες. Τα αφήνουμε να κρυώσουν όπως είναι, μέσα στην κατσαρόλα. Σερβίρονται κρύα, ως μεζές.
Από τον Αθηναίο

Related Posts