Νομοθεσία για την αναπηρία (disability) στην ΕΕ

Ευρωπαϊκή πολιτική για την αναπηρία και η θέση των ανθρώπων με αναπηρίες

Μια δέσμευση για το κοινωνικό πρότυπο
Η πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αναπηρία στηρίζεται σε μια ρητή δέσμευση για το κοινωνικό πρότυπο της αναπηρίας. Όπως δηλώθηκε από τον Διευθυντή της Υπηρεσίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ένταξη των ανθρώπων με αναπηρίες:
Η ΕΕ θεωρεί την αναπηρία αποτέλεσμα της δυναμικής αλληλεπίδρασης μεταξύ ενός προσώπου και του περιβάλλοντός του, συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών κατασκευών, οι οποίες οδηγούν στη διάκριση και το στιγματισμό. Είναι επομένως το περιβάλλον που πρέπει να προσαρμοστεί σε κάθε μεμονωμένο πρόσωπο, περιλαμβανομένων και των ανθρώπων με αναπηρίες, με την κατάργηση αυτών των εμποδίων. (Goelen. 2005)

Αυτό, στη συνέχεια, οδηγεί σε μια δέσμευση για μια προσέγγιση βασισμένη στα δικαιώματα του ατόμου με αναπηρίες.
Η αναπηρία είναι ένα ζήτημα δικαιωμάτων και η διάκριση πρέπει να εξαλειφτεί. Οι πολιτικές αναπηρίας πρέπει να ακολουθήσουν μια κοινωνική αλλά και εξατομικευμένη προσέγγιση: τα δικαιώματα πρέπει να συμπληρωθούν από ενέργειες, οι οποίες να παρέχουν την πρόσβαση στα δικαιώματα, δηλαδή στις ίσες ευκαιρίες (Goelen 2005).

Η νομική βάση
Η νομική βάση για τη δράση της ΕΕ σε αυτήν την περιοχή παρέχεται από το άρθρο 13 της ευρωπαϊκής Συνθήκης, που χρονολογεί από το 1999, η οποία επιτρέπει στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο «να λάβει κατάλληλα μέτρα να καταπολεμηθεί η διάκριση βασισμένη στο φύλο, τη φυλετική ή εθνική προέλευση, τη θρησκεία ή την πεποίθηση, την αναπηρία, την ηλικία και το σεξουαλικό προσανατολισμό» (Goelen 2005). Έχει εκφραστεί με ποικίλες μορφές, όπως ο χάρτης των θεμελιωδών δικαιωμάτων και, παραδείγματος χάριν, στην ανακοίνωση της Επιτροπής «προς μια Ευρώπη χωρίς εμπόδιο για τους ανθρώπους με αναπηρίες» (Ευρωπαϊκή Επιτροπή 2000a).

Δράση ενάντια στη διάκριση
Η οδηγία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ενάντια στη διάκριση λόγω της θρησκείας ή της πεποίθησης, της αναπηρίας, της ηλικίας ή του σεξουαλικού προσανατολισμού (Ευρωπαϊκή Επιτροπή 2000b) απαγορεύει τη διάκριση με τον καθορισμό ενός κατώτατου επιπέδου που ισχύει σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι εθνικές νομοθεσίες καθορίζουν ότι η ακριβής μορφή εφαρμογής της οδηγίας από τα κράτη μέλη μπορεί να επιβάλουν τις πιο απαιτητικές ρυθμίσεις εάν το επιθυμούν, αλλά αυτή η οδηγία θέτει ένα επίπεδο κοινής βάσης.
Η οδηγία (που σχετίζεται με το νόμο ενάντια της διάκρισης ως προς την αναπηρία) απαιτεί από τους εργοδότες (και τους εκπαιδευτικούς φορείς) να παρέχουν τις «λογικές ρυθμίσεις» για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες των ατόμων με αναπηρίες. Έτσι η υποχρέωση από τους εργοδότες και από τους εκπαιδευτικούς φορείς δεν είναι απόλυτη: παραδείγματος χάριν, δεν πρέπει να πληρώσουν δαπάνες πέρα από εκείνες που η επιχείρηση θα μπορούσε να κάνει, ή να δεχτεί για τα γενικά επιμορφωτικά της προγράμματα. Η οδηγία κάνει τη σωστή πρόταση, ότι οι περισσότερες ρυθμίσεις απαιτούν μόνο τις μικρής κλίμακας αλλαγές και ότι η απαίτηση να γίνουν οι «λογικές ρυθμίσεις» που θα βελτιώσει αρκετά τη θέση εύρεσης εργασίας των ατόμων με αναπηρίες.
Σε γενικές γραμμές, τα υπάρχοντα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να έχουν τους νόμους αντιδιάκρισης σε ισχύ μέχρι το Δεκέμβριο 2003, αλλά στην πράξη τους δόθηκε η δυνατότητα μια παράτασης μέχρι το Δεκεμβρίου 2006. Τα κράτη μέλη που ενώθηκαν μετά το 2004 έπρεπε να έχουν ανάλογη νομοθεσία, ως προαπαιτούμενο για την ένωση και η Βουλγαρία και η Ρουμανία έχουν αντιμετωπίσει τις ίδιες απαιτήσεις για την ένωσή τους το 2007.
Τα κράτη μέλη που αποτυγχάνουν να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους μπορούν να βρεθούν ως κατηγορούμενοι στο ευρωπαϊκό Δικαστήριο από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ένα άτομο που είναι ανίκανο να κερδίσει την ένταξή του, επειδή μια εθνική κυβέρνηση είχε αποτύχει να εισαγάγει την ανάλογη νομοθεσία μπορεί να επιδιώξει αποζημίωση από εκείνη την κυβέρνηση. Αυτή η πολυβάθμια διαδικασία για να ολοκληρωθεί χρειάζεται αρκετά χρόνια ώστε να γίνει η πρακτική πολιτική σε όλα τα κράτη μέλη.

Επιπτώσεις στην εκπαίδευση και στην κατάρτιση
Η στρατηγική για την αναπηρία της ΕΕ υπογραμμίζει την ίση πρόσβαση στην ποιοτική εκπαίδευση και τη δια βίου μάθηση. Αυτές οι δύο περιοχές επιτρέπουν στα άτομα με αναπηρίες να συμμετέχουν πλήρως στην κοινωνία και να βελτιώσουν την ποιότητα ζωής τους. Φορείς της επαγγελματικής κατάρτισης και της εκπαίδευσης ενηλίκων, οφείλουν να κάνουν τις αναγκαίες αλλαγές και ρυθμίσεις, ώστε να μην υφίσταται είτε άμεση είτε έμμεση διάκριση.
Για περισσότερες πληροφορίες για την ευρωπαϊκή στρατηγική για την αναπηρία:
 ec.europa.eu


Related Posts