Γεωργία Βασιλειάδου: όταν η ασχήμια είναι...προσόν!

Γέννηση: 1 Ιανουαρίου 1897, Αθήνα
Απεβίωσε: 12 Φεβρουαρίου 1980, Αθήνα
Η απολαυστική καρατερίστα.
Η εκ φύσεως σωματική ασχήμια (κυρίως στο πρόσωπο) είναι βέβαια κάτι το οποίο εκείνος ή εκείνη που το έχει..χρεωθεί δεν είναι υπεύθυνος.
Και φυσικά δεν είναι καθόλου ευγενικό ν ακούει να του/της το λένε.
Εκτός αν έχει χιούμορ, αν έχει τη χάρη του αυτοσαρκασμού ή ακόμη καλύτερα, αν την αξιοποιεί για να κάνει καριέρα.
Τέτοια περίπτωση υπήρξε η Γεωργία Βασιλειάδου, η απολαυστικότερη καρατερίστα που ανέδειξε το ελληνικό θέατρο και ο κινηματογράφος, τις ταινίες στις οποίες συμμετείχε δεν χορταίνουμε να βλέπουμε και να ξαναβλέπουμε στα κανάλια.
Η Γεωργία Βασιλειάδου, που έφυγε από τη ζωή πριν από τριάντα χρόνια, στις 13 Φεβρουαρίου, στα ογδόντα τρία της.
50 ταινίες
"Η ωραία των Αθηνών", "Η καφετζού", "Η θεία από το Σικάγο", "Η κυρά
μας η μαμμή", "Η κυρία δήμαρχος", "Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα και ο κοντός"
είναι οι τίτλοι μερικών από τις πενήντα (από το 1030 έως το 1977) στις οποίες έπαιξε και ξεχώρισε αποσπώντας την ευφορία χωρίς μούτες, χωρίς να ζορίζεται για ν αποσπάσει την αποδοχή του θεατή, φυσιολογική - λες και ό τι έπαιζε ήταν κομμάτι από τη ζωή της.
Δίπλα ή παράλληλα με άλλους ισάξιους συγκαιρινούς ομότεχνους της: Αυλωνίτης, Λογοθετίδης, Σταυρίδης, Παπαγιαννόπουλος, Φωτόπουλος, Ηλιόπουλος, Ρίζος, Γκιωνάκης, Βέγγος - να βάλω και τη Σαπφώ Νοταρά (άλλη άσχημη που διέπρεψε, αλλά σε μικρότερη κλίμακα).
Έτσι και αλλιώς άλλωστε οι χαρακτήρες που ενσάρκωνε ήταν καθημερινοί, ελληνικοί, με τις έγνοιες και τα προβλήματά τους, που αντιμετώπιζε με χιούμορ και καλή διάθεση με το...προσόν της άσχημης για το οποίο δεν σκοτιζόταν ή δεν είχε συνείδηση.
"Και θα με αφήσεις μόνη με τον ταξιτζή;" ρωτάει στην ταινία "Η ωραία των Αθηνών" τον Μίμη Φωτόπουλο.
"Ε, τώρα δεν φοβάται πια, σε συνήθισε", της λέει.
Και όμως δεν ξεκίνησε την καλλιτεχνική της διαδρομή ως κωμικός - καρατερίστα, αλλά ως λυρική αοιδός.
Αλλά ας πάρω τα πράγματα από την αρχή (με αρκετά στοιχεία από το βιβλίο "Πινακοθήκη γέλιου" του Κ.Παπασπήλιο, εκδ.Εμπειρία Εκδοτική, 2007) : Παιδί πολυμελούς οικογένειας, με άλλα εννέα αδέλφια, γεννήθηκε το 1897 στα Τουρκοβούνια της Κυψέλης.
Αθανασίου το πραγματικό της επίθετο, που άλλαξε σε Βασιλειάδου όταν συνάντησε την αντίδραση των δικών της να γίνει θεατρίνα - επάγγελμα καταφρονεμένο τότε.
Μικρή έμεινε ορφανή από πατέρα, ο οποίος όντας αξιωματικός ιππικού, έπεσε από άλογο και σκοτώθηκε στα τριάντα δύο του, με τη Γεωργία και τα αδέλφια της να ρίχνονται στη βιοπάλη για τον επιούσιο.
Από τα επτά της κιόλας, η Γεωργία εργαζόταν στο κορνιζάδικο θείου της στην οδό Αιόλου.
Από σχολείο, λίγα πράγματα.
Στη Λυρική Σκηνή
Απαντοχή της το τραγούδι.
Για το κέφι της αρχικά, για καριέρα επαγγελματική μεγαλώνοντας.
Το λυρικό τραγούδι ήταν αυτό που την πρωτοτράβηξε, οπότε ξεκίνησε μαθήματα στη σχολή Γεννάδη, πράγμα που τη βοήθησε να περιληφθεί στη χορωδία της Λυρικής Σκηνής.
Το μελόδραμα ωστόσο δεν της κάθισε και αποφάσισε να περάσει στο θέατρο.
Σε μικρούς ρόλους στην αρχή, ώσπου την πρόσεξε η Μαρίκα Κοτοπούλη και την έβαλε στον θίασό της σε ένα πλούσιο και ποικίλο ρεπερτόριο, περί τα δέκα χρόνια.
Εν τω μεταξύ, είχε παντρευτεί από το 1930 και είχε αποκτήσει μια κόρη.
Χώρισε, ξαναπαντρεύτηκε το 1945 και ξαναχώρησε μένοντας τέσσερα χρόνια μακριά από το θέατρο μεγαλώνοντας την κόρη της.
Τότε ήταν που τη βρήκε ο Αλέκος Σακελλάριος και ξεκίνησε μαζί του την κινηματογραφική της καριέρα, που την έκανε πασίγνωστη και κοσμαγάπητη.
Αναζητούσε τότε ο Σακελλάριος μια λαϊκή γυναίκα για το ρόλο μιας κουτσομπόλας σε θεατρική μουσική κωμωδία που ετοίμαζε.
Και τη βρήκε στο πρόσωπο της Βασιλειάδου στο "Στέμμα", το καφενείο - στέκι των, ανέργων κυρίως, ηθοποιών, κοντά στην Ομόνοια.
Από το 1946 έως το 1958 γύρισε με τον Σακελλάριο τις ταινίες:
"Παπούτσι από τον τόπο σου", "Οι Γερμανοί ξανάρχονται", "Εκείνες που δεν πρέπει ν αγαπούν", "Η καφετζού", "Η θεία από το Σικάγο", "Η κυρά μας η μαμμή".
Η τελευταία της κινηματογραφική εμφάνιση ήταν το 1977, ενώ το 1975 έκανε και τη μοναδική της τηλεοπτική εμφάνιση στη σειρά του Βασίλη Γεωργιάδη "Ο Χριστός ξανασταυρώνεται", από το ομότιτλο μυθιστόρημα του Ν. Καζαντζάκη.
Λίγο θέατρο το 1976 και τέσσερα χρόνια αργότερα το τέλος.
Με τη συνείδηση ίσως ότι, πλην της ανημπόριας, δεν είχε γερνώντας να μελαγχολήσει με το πώς ήταν και πώς έγινε, όπως θα συνέβαινε αν είχε υπάρξει ωραία.
Δ.Γκιώνης

Related Posts