Την δε εβδόμη ημέρα ..............

Eν αρχή ή το φώς το σκότος και άλλαι αξίαι είτα κάποιος κυνηγός που εφηύρε αγχέμαχον όπλον θανάτωσε ζωντανό που είχε βάρος παραπάνω από τον ίδιον και ήφαγε και ήσκασε και μετά επέπεσεν επί της σαρκός εν η εσαρκώθη ο τυραννικός Πώθ ,ο και Καπσούρρ ο Ασσυριος και ο κυνηγός ήθελε να βατέψει....

έναν ή μίαν και ο είς ή η μία του έδειξε δια οριζοντίας κινήσεως της χειρός ότι πεινά, πρώτον η χόρτασι και είτα η γάμησι, οπότε εγένετο ανταλλαγή και διανομή, ημέρα πρώτη.
Eίτα κυνηγοί βατεύοντες εγκαρδίως παν ό,τι εκάγχαζε, ετσίριζε, ευφώνει και αφώνει, εφηύρον τας βολίδας και περίσσευαν πολλά σαπάκια από κρέατα και κατά λάθος έτρωγαν και παιδάκια αλλωνών και ήρθε ο τεμπέλας ντυμένος σαυρίτης και είπεν ιδού η φλοξ, τώρα να ψήνετε τα ψητίδια και να διατηρούνται ημέρας περισσοτέρας έως ότου σκουληκιάσουν και ο ιατρός παλαιότις τους έπεισεν να δίδωσι εις τα παιδία αυτών τα θκουλήκάκια τα λευκά άτινα έβγαιναν εκ του σεσηπότος κρέατος ιδίως εις τα παντσέτας, τας καρδίας και τα σλιάκατα και εγεννήθη η οικογένεια η πρώτη, και ήτο ημέρα Δευτέρα.

Aκολούθως ..........
 ο ιατρός είπεν ειμί ο μάγος και μαγώ και Μαγώγ θα με λέτε και όχι Γωγ, Γώγ είπεν είναι ο Γώγον και άρτυμα, θκουλήκι και κρέας ουκ έχει πλην έχει αμαζόνας προθύμους και αγκαγκάου ήτοι πανωραίας και αυταί του τρίβουσι το μπάμπακον τον σύταρον τον βρώμον και τον κρίτατον και ψήνωσιν και έχωσιν πυτία πολλά εις την ευλογίαν αυτών.Και οι βελοφόροι είπον τω Γώγω φέρον ημάς πυτία και δώκωμέν σοι θκουλίκους και εγένετο άρξις εμπορίου ανταλλαγής ημέρα Τρίτη.
Mεθ΄ό και προόδευσεν ευλογία και συντυχία συν του ουρανού το αγιασματάκι ο Περπερίκος ο και Λαχνώδ οριζόμενος ως το μέγα χωράφιον παρασάγγης εγγίζον το μήκος ,αμα τω πλατει στενοτέρω λίαν και είπον οι ιερείς του Μαγωγά του και Τουμπλόθ άρα και του Αττή του Βαβυλωνίου εκ Δερρβώ και Χοτάν και Ατλουμούς και Ζαγκλιβέρης, ίνα οι κυνηγοί και τα τέκνα των αμαζόνων υπάγωσιν ειδέναι την μπάμπου την Τζίχλαν ήτις επώλει βαρβίτου ήχον έναντι κόκονατ  φρέσικων και ότι οι μουζικάνδιλοι δεν είχον κόκονατ, έδιδον αυτή χρεώγραφα εκτυπωθέντων των ονομάτων αυτών ήτοι ιδού Γέγλαψ ο Στρίγγαρης δέδωκά σοι απόδειξιν ότι ήκουα της βαρβίτου υγιή και λέω τα νομίσματα και ηυρέθη το χρήμα διά της φιλοπορνείας και της ηθικοτάτης μπάμπους και έκλεισεν η ημέρα Τετάρτη.
Tην δε άλλην ημέραν λεγομένη και του Αττά και του κροταλά και του Αβαβά, οπερ μεθερμηνεύεται εις Χλίψεως Άπαντα λελοβοτόμηται, άγνωστος τω Θεώ και τω Ουρανίω Χεράβ έμπορος εσκέφθη πλησμονήν επιθέσθαι επί των της Βάβως της Τζίχλας αξιών μπαγκανοτών και χελωνών Αιγίνης ήτοι της νήσου της Αϊνάκης,διά δαιμονίου πληθοντος ταις αξίαις επονομαζομένου Τόκκου. Ωρισεν δε τον Τόκκον τον αλώβητον και το Τόκκον τον Γδάρεμε και τον Τόκαλον τόκκον Με Τοκάρεφ σε Σημαδεύω, και διά του Τόκκου έκλεισεν η ημέρα η Πέμπτη.Eξαιρέτως δε πολεμούντων των Χιχλί και των ανοσίων Παραμπούτ, εγένετο πείνα και ουχί καύσις νεκρών αλλά γκρίλλα ριγάνεως πτωμάτων και εν απορία οι πειναλέοντες πολεμισταί, έλυωσαν τα χωράφια αυτών και τα κοπάδια και αι γίδαι αι γενειάδες και ευγενίδιες και ετέθη συν τω τόκκω μέγα αμπλάκημα τοις λαοίς οπερ απεκάλεσαν Ελλειμμα, τοποθετούντες εις έκαστον φωνήεν δίπλατις διπλόν και τετραπλόν σύμφωνον, ίνα καταδειχθεί του Ραβενί και του Κλουζόφ, του Μαρκαμπά και της Ζελιάνης η διάλα γενικώς. Και υπήρξεν το ελλλειμμμα της Σουμέρ, το έλλλλλειμμμμα της Αβινιόνης και το μικρό το ώσπερ τουίγκι και τσαγλί έλειμα της Γερμάνας της Μπαιρόιθ και έκλεισεν μαύρη και ασβολερή, ημέρα Έκτη, ενίοτε καλουμένη Εκκκκκτη.
Tην δε εβδόμην ημέραν ο κυνηγός είπεν γαμούθητε τα έθνη των κοράκων και γω δεν κυνηγώ κανάγιες θα κάτσω στο ισπίτι στο στρογγύλο στο Χαμαίζι μου και αναπαύομαι ,οπότε έγινεν της Βαβέλως και άλλος έλεγε τα σουόπ, άλλος τα ρέπος, άτινα οι Κερκέζοι ανείπον Βέρβελα και Τσούρβελα κι άλλος έλεγεν στο ΔΝΤ, κατ ΄αντιστροφήν ο αριθμός του Θερίου του Ανακόντη 354 ήτοι τνδ’  κι άλλους έλεγιν ιμείς δε θέλουμε λεπτά θέλουμε παίδων αγωγήν και να μας σέβουντι άμα να μη μας ζητούσι πίπας και πίπας ολημερής. Διό και μετά της Βαβέλως την ημέραν της αναπαύσεως εχάθησαν τα πάντα οικονομικώς και ιδίως εχάθην το βιβλικόν ύφος από την καρκιάν μου την κολασμένην και ήρχισα να γράφω μισός Κασομούλης και μισός φωτάκος και δεν ξεύρω ατό που θα έβγη ήθελα και Λουζινιάν να εμβάλλω τοιαυτη την βίβλω, αλλά μοι απόμεινεν η ρήγαινα Λινόρα και το γράφω προς ενθύμησιν να ξεύρουν τα έθνη πως κοιμηθήκαμεν χλεχλέδες και ηγέρθημεν νεκροί άρα πτωχοί και το κατάντη, ανάντη και το κακόν συναπάντημα.
petefris.blogspot.com

Related Posts