To Πάσχα των Ελλήνων στα χρόνια της σκλαβιάς

Ο εορτασμός της Ανάστασης επί Τουρκοκρατίας και οι παραδόσεις της εποχής που διατηρήθηκαν υπό το βλέμμα των κατακτητών.
Το Πάσχα των Ελλήνων στα χρόνια της Τουρκοκρατίας έχει απασχολήσει Έλληνες και ξένους ερευνητές και ο Γιάννης Βλαχογιάννης συγκέντρωνε και δημοσίευε αυτό το υλικό.
Τον 17ο αιώνα οι Ευρωπαίοι περιηγητές καταγράφουν πως το Πάσχα οι χριστιανοί φιλιούνται τρεις φορές, μία στο κάθε μάγουλο και μία στο στόμα. Το Μεγάλο Σάββατο έτρωγαν μόνον μία φορά και στις τρεις το απόγευμα άρχιζε ο Εσπερινός που κρατούσε όλη τη νύχτα. Το ξημέρωμα άρχιζε η Λειτουργία με το "Δόξα εν υψίστης Θεώ" και αμέσως ακολουθούσε το "Χριστός  Ανέστη". Οι μαλωμένοι έσπευδαν να φιλιώσουν και να ανταλλάξουν την "αγάπη", αλλιώς θεωρούνταν ειδωλολάτρες.

Στη Βασιλεύουσα.
Τρία μερόνυχτα έμενε ανοιχτή η πόρτα του Φαναρίου (Φενέρ Καπουσί) για τους χριστιανούς που ήθελαν να εκκλησιαστούν στο Πατριαρχείο. Οι Τούρκοι νυχτοφύλακες άφηναν ανοιχτή και την πόρτα του τείχους, για να περνούν οι χριστιανοί που έρχονταν από την εξοχή με τα φανάρια τους.
Σε διάφορες εποχές και ανάλογα με τις διαθέσεις Τούρκων αξιωματούχων καταλάβαιναν στην καθημερινότητά τους τη  σκλαβιά.
 Ο σοφός Μ.Γεδεών διέσωσε την πληροφορία ότι το 1704 ένας μισοπαράφρων  Βεζίρης υποχρέωνε τους χριστιανούς να μαυροφορεθούν και να έχουν ένα κουδούνι δεμένο στον πήχη του χεριού τους!
Ο Καισάριος Δαπόντες (1712) μας έδωσε σπουδαία περιγραφή για το Πάσχα στη Βασιλεύουσα. Το Μεγάλο Σάββατο ο Πατριάρχης έστελνε τον πρωτοσύγκελο με δύο χιλιάδες αβγά για να ζητήσει άδεια για τους επερχόμενους πανηγυρισμούς. Αφού αποσπούσε τη συναίνεση του ανώτατου άρχοντα, την Κυριακή το πρωί τελούνταν η Πασχαλιάτικη Πατριαρχική Θεία Λειτουργία. Στη συνέχεια, ο Πατριάρχης και οι αρχιερείς ανέβαιναν στο Συνοδικό για να πιουν τον καφέ τους. Από εκεί περνούσαν οι χριστιανοί που είχαν παρακολουθήσει τη Λειτουργία για να φιλήσουν το χέρι του Οικουμενικού Ηγέτη και να πάρουν το κόκκινο αβγό τους.
Κατεβαίνοντας στην αυλή, άρχιζαν τον χορό τους από την αυλή του Πατριαρχείου και χορεύοντας έβγαιναν στα  σοκάκια της Πόλης. Τρεις ολόκληρες ημέρες γιόρταζαν οι χριστιανοί και τους παρακολουθούσαν οι Τούρκοι και οι υπόλοιπες φυλές που παρεδιμούσαν στη Πόλη.
Καμιά φορά έλεγαν πως ερχόταν τοπτίλι, δηλαδή ινκόγκνιτο, και ο βεζίρης. Αυτά όμως συνέβαιναν μέχρι τον 18ο αιώνα, όταν αφαιρέθηκαν τα προνόμια λόγω της διαγωγής των Ελλήνων στον Ρωσοτουρκικό πόλεμο (1780).

Η Σμύρνη.
'Ετσι την αποκαλούσαν οι περιηγητές στα μέσα του 18ου αιώνα, όταν οι χριστιανοί πλήρωναν 500 γρόσια στον μουσελίμη για να αγοράσουν το δικαίωμα του πανηγυρισμού. Έτσι, ήταν ελεύθεροι να γιορτάσουν το Πάσχα τους στα σπίτια και τους δρόμους. Τη νύχτα του Σαββάτου προς την Κυριακή πλήθη χριστιανών γέμιζαν τις δύο εκκλησίες.
Επίσης ο Σουηδός Frederic Hasselquisti μας πληροφορεί για τους χιλιάδες Έλληνες που κατέκλυζαν τα Ιεροσόλυμα στα χρόνια της σκλαβιάς. Η ημέρα του Πάσχα του 1750 βρίσκει τους δρόμους της Ιερουσαλήμ πλημμυρισμένους από Έλληνες "που έκαναν χίλιες τρέλες και συναγωνίζονταν ποιος θα ξεπεράσει τον άλλο στο φαΐ και το ποτό. Πέρασαν τον φράγκικο δρόμο χορεύοντας με συνοδεία μουσικών οργάνων".

Η τελευταία χρονιά.
Πάντως το Πάσχα που έμεινε αλησμόνητο στους σκλαβωμένους ήταν εκείνο της 10ης Απριλίου του 1821.
Μετά τη Λειτουργία του Πάσχα συλλαμβάνεται, κηρύσσεται έκπτωτος και απαγχονίζεται στην κεντρική πύλη του Πατριαρχείου ο εθνομάρτυρας Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄. Παραμένει κρεμασμένος για τρεις ημέρες μέχρι ο όχλος να ρίξει το πτώμα του στον Κεράτιο Κόλπο και από εκεί περιπετειωδώς να φτάσει στον Μητροπολιτικό Ναό των Αθηνών.
Την ημέρα της δολοφονίας του Πατριάρχη  η Αθήνα δεν είχε ακόμη ξεσηκωθεί. Οι σκλαβωμένοι απέφυγαν τις δεκάδες εκκλησίες της πόλης και προτίμησαν τα Μοναστήρια της Αττικής και τα ξωκλήσια, για να βρίσκονται μακριά από τους Τούρκους. Οι ιερείς έψελναν γρηγορότερα το "Χριστός Ανέστη" και οι σκλαβωμένοι κοιτούσαν συνέχεια προς την πόρτα.
Την επομένη Πασχαλιά ήταν διαφορετικά και η Ελλάδα ζούσε τον πυρετό του αγώνα για την ελευθερία.
Ελευθέριος Σκιαδάς.


Related Posts