Tα γλυκίσματα των φτωχών

Στην Ελλάδα, στα τέλη του 19ου αιώνα, τα ζαχαροπλαστεία παντός είδους είχαν την τιμητική τους.
Ήταν περισσότερο προσοδοφόρα όλων, ενώ συσχετίζονταν και με τα λεγόμενα "tea rooms".
Οι Έλληνες τέτοιους είδους γλυκίσματα τα γεύονταν ελάχιστα ή καθόλου, αλλά οι Νότιοι και οι Ανατολίτες τα προτιμούσαν κατά βάση.
 Οι φτωχότεροι έτρωγαν λουκούμια, μεγάλους κύβους αρωματισμένης κόλλας, καλυμμένους με λεπτή ζάχαρη που λίγωναν τη γεύση. 
Οι πλουσιότεροι έπιναν το ρόφημα της σοκολάτας "με το αβγό", δηλαδή με χτυπητό αβγό μέσα, και έτρωγαν άπειρα γλυκίσματα και τερψιλαρύγγια από αμυγδαλόψιχα.
Τα ελληνική γλυκίσματα με έντονο χρώμα και άρωμα δεν προσέλκυσαν εύκολα τους επισκέπτες Ευρωπαίους, αν αυτοί δεν διέθεταν στομάχι ικανό να χωνέψει ακόμη και πέτρες.
Ειδικά τα γλυκά του ταψιού, τα οποία αποτελούσαν τελείως ξένη γεύση για την Ευρώπη, ήταν οπωσδήποτε τα πιο δύσπεπτα.
Για τους Έλληνες, η κατανάλωση των γλυκών δεν αρκούσε. 

Η μεγάλη τους ευχαρίστηση ήταν όταν τα γεύονταν με συντροφιά και δημόσια.
Στους δρόμους παρατηρούσε κανείς την εποχή εκείνη την ανταλλαγή καθημερινών χαιρετισμών και μειδιαμάτων, και αντιλαμβανόταν έτσι την κοινωνικότητά τους.
Οι απολαύσεις της ημέρας, ειδικά στην πρωτεύουσα, συμπυκνώνονταν στις εμφανίσεις τους σε κοσμικούς χώρους, στη συναναστροφή με γνωστούς, στη συζήτηση και στα χαμόγελα, στον σχολιασμό των γεγονότων.
Απεχθάνοντα ντην απομόνωση και την ησυχία και απέφευγαν τον περιορισμό στους κόλπους της οικογένειας. Έπλητταν ακόμη και μεταξύ των οικείων τους, έχοντας ανάγκη συντροφιάς.
Ελευθέριος Σκιαδάς.

Related Posts