Η ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ►

Η ιστορία του Facebook 2004

Ο Μαρκ Ζάκερμπεργκ ίδρυσε το Facebook στις 4 Φεβρουαρίου 2004 ως μέλος του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ. Αρχικά δικαίωμα συμμετοχής είχαν μόνο οι φοιτητές του Χάρβαρντ ενώ αργότερα επεκτάθηκε για την Ivy League (χαρακτηρισμός μιας ομάδας οκτώ ελίτ πανεπιστημίων των ΗΠΑ).
Όταν τον Φεβρουάριο του 2004 ο Mark Zuckerberg έβγαζε στο διαδίκτυο την πλατφόρμα του ‘Τhe Facebook’, όπως λεγόταν τότε, σίγουρα δεν θα φανταζόταν όλα όσα θα συνέβαιναν μόλις λίγα χρόνια μετά. Εδώ βέβαια δεν είναι μια από τις κλασικές περιπτώσεις ενός ανθρώπου που έπιασε το κλίμα μιας εποχής πριν καν ακόμα έρθει. Δεν είναι ούτε το success story ενός ανθρώπου που πλούτισε απότομα.
O Mark Zuckerberg φυσικά και πλούτισε. Aυτή τη στιγμή βρίσκεται στην 8η θέση της λίστας των δισεκατομμυριούχων του περιοδικού Forbes. Το ζήτημα όμως με τον Zuckerberg από καιρό δεν είναι τα λεφτά. Πώς θα μπορούσε να είναι; Mιλάμε για τον ιδιοκτήτη μιας εταιρείας στην οποία έχουμε εναποθέσει όλοι μας -όλοι όσοι έχουμε λογαριασμό τουλάχιστον- οικειοθελώς (όχι πάντα) προσωπικά δεδομένα τα οποία σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση δεν υπήρχε περίπτωση να τα δώσουμε.
Aυτή τη στιγμή, λοιπόν, o ιδρυτής και ιδιοκτήτης του Facebook κατέχει έναν τεράστιο όγκο δεδομένων τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν και να χρησιμοποιούνται, αν το καλοσκεφτείτε, όχι μόνο τώρα αλλά για πολλά-πολλά ακόμα χρόνια και για οποιονδήποτε σκοπό. Η αποτύπωση ενός ολόκληρου πολιτισμού βρίσκεται στα αρχεία μιας και μόνο εταιρείας.
Ταυτόχρονα, το Facebook είναι τόσο ισχυρό, ώστε η αλλαγή ενός μόνο μικρού στοιχείου στην κεντρική σελίδα του site μπορεί να φέρει ένα παγκόσμιο trend, ο τρόπος που λειτουργεί προφανώς επηρέασε και επηρεάζει κρισιμότατες εκλογές, ενώ και μόνο μια βλάβη στον server γίνεται άμεσα θέμα σε όλο τον κόσμο.
Η αλήθεια βέβαια είναι ότι το να λέμε πόσο σημαντικό υπήρξε το Facebook για τη δεκαετία που μας αφήνει είναι σαν να λέμε πόσο σημαντικό είναι να πίνεις νερό κάθε μέρα: Αληθές αλλά πραγματικά ποιος δεν το ξέρει; Η πραγματικότητα όμως είναι ότι πολλά από τα στοιχεία της δεκαετίας του 2010 μπορούν να αναλυθούν ή να γίνουν καλύτερα κατανοητά αν τα δούμε παράλληλα με την πορεία του διαδικτυακού κολοσσού.
Η αυγή ενός νέου κόσμου
Κι όμως η αφετηρία δεν είναι σε αυτή τη δεκαετία. O αριστούχος Mark είχε αρχίσει ήδη από την εφηβεία του να ασχολείται πολύ με τον προγραμματισμό, όταν ως φοιτητής στο Harvard ξεκίνησε την πλατφόρμα theFacebook στο theFacebook.com. H ονομασία Facebook προέκυψε από τα λεγόμενα Face Books, βιβλία σε φυσική μορφή στα οποία έβρισκε κανείς το όνομα και μια φωτογραφία οποιουδήποτε έμενε στις φοιτητικές εστίες του Harvard.
Είχε προηγηθεί μια άλλη προσπάθειά του που έμοιαζε με πλατφόρμες όπως το ‘Hot or Not’ κατά την οποία οι φοιτητές του Harvard ψήφιζαν μεταξύ δύο αντρών ή δύο γυναικών ποιος είναι ο πιο σέξι. Το Πανεπιστήμιο όμως κατέβασε το σάιτ πολύ νωρίς για δύο λόγους: α) γιατί η πρωτοφανής επιτυχία του έφερνε προβλήματα στους server και β) γιατί πολλοί φοιτητές έβρισκαν φωτογραφίες του στην πλατφόρμα χωρίς να έχουν δώσει καμία δικαιοδοσία. Για να είμαστε ειλικρινείς, προβλήματα που αντιμετωπίζει το Facebook ακόμα και σήμερα. Κυρίως το δεύτερο.
Η σημερινή ας πούμε εκδοχή του Facebook ξεκίνησε στις 4 ενός κρύου Φλεβάρη μέσα από το φοιτητικό δωμάτιο του Zuckerberg. Μια φοιτήτρια του Harvard και μια από τους πρώτους ανθρώπους που έφτιαξε λογαριασμό στο Facebook γράφοντας ένα άρθρο στον Guardian αφηγήθηκε τις πρώτες μέρες του site.
“Ακόμα θυμάμαι τον ενθουσιασμό μου και την περιέργεια για το νέο σάιτ που μας υποσχόταν ότι θα γίνει ο ψηφιακός τρόπος αντικαταστάτης των έντυπων βιβλίων που έδινε το Harvard στους πρωτοετείς του κάθε χρόνο […] Συνηθίζαμε να βυθιζόμαστε για ώρες μέσα στο σάιτ προσπαθώντας να βρούμε το όνομα εκείνου του τύπου από την τάξη ή εκείνης της κοπέλας που είδαμε το σαββατόβραδο αξιολογώντας τους με βάση την εμφάνισή τους. Κάναμε ένα ενός τύπου πρωτο-σταλκάρισμα”.
Αυτός ο ενθουσιασμός της Julia δεν ήταν μόνο δικός της όπως φάνηκε πολύ γρήγορα. Η ιδέα ότι μπορεί να μάθεις για κάποιον χωρίς καν να ρωτήσεις, απλά πατώντας ένα κλικ, ήταν ιδιαίτερα πρωτόγνωρη για το 2004. Mέσα σε μόλις 24 ώρες, περίπου 1200 φοιτητές του Harvard, του Πανεπιστημίου όπου σπούδασε ο Zuckerberg ψυχολογία, είχαν ήδη εγγραφεί. Τον πρώτο μήνα περισσότεροι από τους μισούς προπτυχιακούς του πανεπιστημίου είχαν προφίλ. Το Facebook είχε ξεκινήσει πια από την φοιτητική ανάγκη για κουτσομπολιό, σεξ και γνωριμίες, μια διαδρομή που θα έμοιαζε ασταμάτητη.
Η δεκαετία που το facebook εκτινάχθηκε
Η πραγματική εκτίναξη του Facebook ήρθε περίπου στο γύρισμα της δεκαετίας, στα τέλη δηλαδή της προηγούμενης και στις αρχές της δικής μας. To 2010 είναι που σπάει το φράγμα των 500 εκατομμυρίων χρηστών. Έναν χρόνο πριν είχε ενταχθεί το κουμπί του like στα posts. Είχαμε πια περάσει από την ύπαρξη ενός συνεχώς ανερχόμενου site σε έναν διαδικτυακό κολοσσό. Δύο χρόνια μετά, τον Οκτώβριο του 2012 μάλιστα φτάσαμε στο 1 δισεκατομμύριο χρήστες.
Γιατί είναι όμως τόσο κρίσιμη η δεκαετία του 2010 για το Facebook; Γιατί στις αρχές του συμβαίνει αυτό που συμβαίνει με κάθε επιτυχημένη καινοτομία εντός καπιταλισμού. Ανταγωνιστές προκύπτουν από παντού προσπαθώντας να πάρουν το δικό τους μερίδιο και έχοντας το μειονέκτημα του πολύ χαμηλότερου budget αλλά και το πλεονέκτημα του ότι φαντάζουν πιο φρέσκοι έχοντας μια γνώση της αγοράς μέσα από το παράδειγμα του ανταγωνιστή τους.
Η απάντηση του Facebook προς τους ανερχόμενους ανταγωνιστές ήταν και αυτή αναμενόμενη. Τους αγόρασε όλους ή έστω σχεδόν όλους. Η σημαντικότερη του αγορά πάντως έγινε στις 9 Απριλίου του 2012. Ο Kevin Systrom και ο Mike Krieger είχαν φτιάξει ένα σάιτ του επικεντρωνόταν στις φωτογραφίες και το οποίο στην αρχή λειτουργούσε μόνο στο App Store. Ήταν και συνεχίζει να είναι μια από τις καλύτερα δομημένες εφαρμογές που μπορείς να βρεις στον κόσμο του internet. Προφανώς, μιλάμε για το Instagram.
Η πραγματική δυναμική της εφαρμογής φάνηκε ακριβώς τη μέρα που ανοίχτηκε και στα androids. Μέσα σε μόνο μια μέρα είχε ένα εκατομμύριο downloads. Αυτή η επιμονή στην εικόνα, σε ένα πολιτισμό που ούτως ή άλλως έχει συνδεθεί με την οπτική κουλτούρα, γινόταν ένα πεδίο που θα χτύπαγε το Facebook στην πιο χτυπητή του αδυναμία: ότι ήταν και εν μέρει συνεχίζει να είναι λίγο από όλα, πράγμα που μπορεί να είναι καλό για να μαζέψεις τους πάντες αλλά κακό για να τους κρατήσεις. Και τότε ήταν η στιγμή που έγινε πιθανόν το deal της δεκαετίας: το Facebook αγόρασε το Instagram. Η πιο τρανή απόδειξη γι’αυτόν τον χαρακτηρισμό περί ‘deal του αιώνα’ είναι το γεγονός ότι εξαγοράστηκε από τη Facebook με 1 δισεκατομμύριο δολάρια, ενώ τώρα, με βάση τους πιο πρόσφατους υπολογισμούς, η αξία του ξεπερνάει τα 100 δισεκατομμύρια δολάρια.
Μέσω της αγοράς του Instagram το Facebook κατάφερε, λοιπόν, να διατηρήσει τα σκήπτρα κάνοντας ένα πραγματικά επικερδές deal: α) αγόρασε ένα κοινωνικό δίκτυο που έχει πολύ καλύτερο app σε μια εποχή που αρχίζαμε να μαθαίνουμε το mobile internet, β) πρόλαβε να το αγοράσει σε πολύ καλή τιμή, την εποχή που η google έμοιαζε απελπισμένη, να αποκτήσει πρόσβαση και στα social media και γ) το Instagram είναι για το Facebook σαν το sport αυτοκίνητο που παίρνει ένας πενηντάρης σε κρίση ηλικίας. Όχι μόνο το κάνει να φαίνεται λίγο νεότερο, το κάνει να νιώθει κιόλας.
Την ίδια τακτική ακολούθησε το Facebook και όταν απειλήθηκε η πρωτοκαθεδρία του στο chatting. Το 2014 αγοράζει την εφαρμογή WhatsApp για 19 δισεκατομμύρια δολάρια, ποσό που αρχικά φάνηκε υπερβολικό για ένα app που δεν έβγαζε και τόσο πολλά χρήματα. Μερικά απόρρητα mails που βγήκαν στη δημοσιότητα, ωστόσο, έδειξαν ότι το Facebook έβλεπε το WhatsApp ως μια εφαρμογή που απειλούσε ότι θα το ‘σκότωνε’. Τον Απρίλιο του 2013 8,2 δισεκατομμύρια μηνύματα ανά μέρα στάλθηκαν μέσω WhatsApp, ενώ μόλις 3,5 μέσω mobile Messenger. Στόχος ήταν και πάλι οι επενδυτικές ευκαιρίες που έδινε το mobile internet.
Η επιτυχία της εφαρμογής αλλά και το γεγονός ότι πλέον υπάρχουν φορές που νιώθεις ότι το Facebook το τραβάει μόνο του η πολύ καλή λειτουργία του messenger είναι μια απόδειξη ότι επρόκειτο για μια πολύ έξυπνη επιχειρηματική κίνηση.
Το Facebook και η Google
Γυρνάμε πάλι στο τώρα, στο σημείο που βλέπουμε σήμερα την κατάσταση στο ίντερνετ και τις συνθήκες σε αυτό. Αν φτιάχναμε έναν χάρτη της κατάστασής του στο τέλος της δεκαετίας που φεύγει, θα βλέπαμε το Google να έχει καταφέρει να κυριαρχήσει σχεδόν παντού (ειδικά μετά και την αγορά του youtube το 2006) εκτός από ένα πράγμα: τον ψηφιακό χώρο μέσα από τον οποίο οι άνθρωποι αλληλεπιδρούν. Εκεί, σε μια αρκετά μεγαλύτερη εκδοχή γαλατικού χωριού, είναι χώρος ιδιοκτησίας Facebook.
Οι δύο αυτές εταιρείες ξοδεύουν κάθε χρόνο εκατομμύρια ευρώ για να κυριαρχήσουν εκείνες στον τρόπο που ‘καταναλώνουμε’ το ίντερνετ παγκοσμίως. Αν το σκεφτεί κανείς, πρόκειται για ένα πραγματικά δύσκολο επιχειρηματικό μοντέλο. Όταν είσαι η Google ή το Facebook, δεν αρκεί απλά να ακολουθείς τις εξελίξεις. Πρέπει να φτιάχνεις σε ένα σημαντικό βαθμό ένα όραμα για τον ίδιο τον τρόπο που λειτουργούν πολύ κρίσιμες πτυχές της ανθρώπινης κοινωνίας: μάθηση, ενημέρωση, επικοινωνία.
Κοιτώντας τους αριθμούς, βλέπεις ότι η Google είναι μια εταιρεία που έχει στην πραγματικότητα ξεπεράσει το Facebook, ότι μιλάμε για μια άνιση μάχη: το Google είναι το πιο δημοφιλές σάιτ στον πλανήτη με δεύτερο το youtube που επίσης του ανήκει. Σύμφωνα με το Forbes, η αξία του brand της Google είναι 167,7 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ το Facebook είναι στα 88,9 δισεκατομμύρια. Αλλά οι αριθμοί δεν λένε πάντα την αλήθεια. Ειδικά αν μιλάμε για τέτοια μεγέθη.
Η προσπάθεια του google να μπει στον χώρο των social media φάνηκε βέβαια και μέσα στη δεκαετία που μας πέρασε, με μια από τις πιο ηχηρές αποτυχίες στον χώρο της υψηλής τεχνολογίας, το Google+, που ήρθε ως η πολλοστή και πιο παταγώδης αποτυχία της εταιρείας στον χώρο. Πρώτα ήταν το Google Buzz (2010-2011), μετά το Google Friend Connect (2008-2012), το Wave και το Orkut. Τη λέμε πιο ηχηρή κυρίως λόγω των τεράστιων ποσών που δαπανήθηκαν για την καμπάνια και της κοινής κατάληξης που είχε με όλα τα προηγούμενα εγχειρήματα της εταιρείας. Το Google+, λοιπόν, κάνει την εμφάνιση του στις αρχές της δεκαετίας, τον Ιούνιο του 2011.
Όπως έχει φανερωθεί από τα λόγια των ίδιων των εργαζομένων του Facebook, το Google+ αντιμετωπίστηκε από την εταιρεία ως μια πιθανή πολύ σοβαρή απειλή για την κυριαρχία του μέσου. Και πράγματι ήταν. Βλέπετε σε αυτήν την περίπτωση το Facebook δεν μπορούσε να ακολουθήσει την τακτική εξαγοράς του δυνάμει ανταγωνιστή του. Παρόλα αυτά, στην περίπτωση μας, αυτός που φοβόταν περισσότερο ήταν η Google και όχι τόσο το Facebook.
Τo Google+ ήρθε βιαστικά, κάτω από την ανάγκη να υπάρξει επιτέλους μια απάντηση στο Facebook, σε μια εποχή που η Google έστηνε την προσπάθεια της να κάνει την πρόσβαση στο internet κάτι που την αφορά σχεδόν αποκλειστικά. Αυτή η βιασύνη φάνηκε και από την αναστροφή του τρόπου της παραδοσιακής λειτουργίας της εταιρείας. Φύγαμε δηλαδή από το πρότυπο ενός project που θα ξεκίναγε σιγά σιγά από τα κάτω και σταδιακά θα επεκτεινόταν. Εδώ μιλάμε για κάτι εξαρχής γιγαντιαίο.
Όταν πρωτοβγήκε το Google+ προσέφερε μερικά πρωτότυπα αν μη τι άλλο features: Πατώντας στην κοινωνιολογική θεωρία περί νημάτων έφτιαξε τα circles όπου επέλεγες τι θα ποστάρεις και σε ποιον κύκλο σου. Το Hangouts έφερνε group video chats, οι φωτογραφίες είχαν πολλαπλά tools για photo-editing. Παρόλα αυτά, όλα έμοιαζαν σαν να είσαι σε λιγότερο user-friendly Facebook.
Αυτό δεν συνέβαινε βέβαια λόγω κάποιων συγκεκριμένων λαθών που έκανε η Google στην ίδια τη διαμόρφωση του site, όσο στο γεγονός ότι το Facebook είχε καταφέρει το ίδιο να θέσει τους κανόνες του πώς πρέπει να είναι ένα social network. Όπως είχε πει κάπου ένας από τους εργαζόμενους της Google: “Είναι σαν να υπάρχει ένα τρομερό club όπου οι άνθρωποι περνάνε τέλεια και εσύ πας και ανoίγεις ένα καινούργιο και καλύτερο μαγαζί αλλά πραγματικά, αφού περνάνε καλά, γιατί να φύγουν από το πρώτο;”.
Έτσι, από πολύ νωρίς φάνηκε ότι το Google+ δεν θα ανταποκρινόταν στις πολύ υψηλές απαιτήσεις που του τέθηκαν. Πολύ σύντομα έγινε meme ως ένας διαδικτυακός χώρος-φάντασμα. Ακόμα και ο οριακά αξιοπρεπής αριθμός χρηστών που είχε, έφτιαξε προφίλ και τελικά δεν επέστρεψε ποτέ.
Το Google+ σταμάτησε επίσημα τη λειτουργία του στο τέλος της δεκαετίας που το γέννησε, τον Απρίλιο του 2019. Ίσως η πιο σημαντική μάχη που έδωσε και νίκησε το Facebook. Μέχρι την επόμενη.
Τα σκάνδαλα και το μέλλον του facebook
H δεκαετία που μας αφήνει, η δεκαετία η οποία εν πολλοίς στιγματίστηκε από την τεράστια επιτυχία του Facebook, φεύγει με την εταιρεία να αντιμετωπίζει πολύ σοβαρά προβλήματα που συνδέονται με τα διάφορα σκάνδαλα με τα οποία ήρθε αντιμέτωπος ο ιδρυτής του ως προς τη διαχείριση των δεδομένων των χρηστών. Παράλληλα, έρχεται μια τεράστια αδυναμία του να συνδεθεί με νεότερα κοινά, αδυναμία που δεν μπορεί να καλυφθεί μόνο από το αγορασμένο Instagram και τη δική του επιτυχία στις κάτω των 25 ηλικίες.
Στις αρχές του 2018, ο πλανήτης κλονίστηκε με το σκάνδαλο που έγινε γνωστό ως ‘Cambridge Analytica’, όταν αποκαλύφθηκε ότι τα προσωπικά δεδομένα εκατομμυρίων χρηστών παρέχονταν -χωρίς τη συγκατάθεσή τους- για σκοπούς πολιτικών διαφημίσεων. Το όνομα του σκανδάλου προήλθε από την ομώνυμη εταιρεία που είχε ως κύριο σκοπό το data mining.
Η λογική με την οποία κινούνταν η εταιρεία ήταν απλή: “για να αλλάξει κανείς την πολιτική κατάσταση, πρέπει πρώτα να αλλάξει την κουλτούρα και, για να αλλάξει την κουλτούρα, πρέπει να καταλάβει όλα όσα τη συνιστούν, και οι άνθρωποι είναι τελικά αυτοί που τη συνιστούν”. Αν θες, λοιπόν, να αλλάξεις την πολιτική κατάσταση, πρέπει πρώτα να αλλάξεις τους ανθρώπους. Σε αυτό το πλαίσιο και με αυτόν τον σκοπό, η εταιρεία άρχισε να στοχεύει στους χρήστες, όχι ως ψηφοφόρους αλλά ως προσωπικότητες. Αυτή η πρακτική ονομάστηκε ψυχογραφικό profiling και, παρότι η αποτελεσματικότητα της μπορεί και να υπερεκτιμάται, σίγουρα όμως έχει επιρροή στο εκλογικό αποτέλεσμα.
To Facebook και ο ιδρυτής του κατηγορήθηκαν ακριβώς γιατί λειτούργησαν ως πηγή της εξόρυξης δεδομένων. Γιατί η αλήθεια είναι ότι μπορείς να βρεις παντού δεδομένα αλλά ποτέ με στην ποσότητα και τη οργάνωση με την οποία θα τα βρεις στο Facebook. Το προβληματικό βέβαια σε όλη αυτή την περίπτωση ήταν ο τρόπος με τον οποίο η εταιρεία δεν έδειξε κανένα σεβασμό στην ιδιωτικότητα των χρηστών του.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο και αντιμετωπίζοντας βαριές κατηγορίες, ο Mark Zuckerberg παρουσιάστηκε μπροστά στο Κογκρέσσο αλλά και στη Γερουσία, για κατάθεση. Η διαρροή πληροφοριών σε τρίτους ήταν το σκάνδαλο που απογείωσε την καχυποψία που υπήρχε ήδη σε μεγάλο αριθμό των πελατών του Facebook ως προς την ασφάλεια των δεδομένων τους και αυτό είναι πλήγμα που θα βαραίνει την εταιρεία για πολλά χρόνια ακόμα..
Η νέα δεκαετία βρίσκει τον γίγαντα των social media μπροστά σε διάφορες προκλήσεις και με μια γενική δυσπιστία η οποία όλο και αυξάνεται. Οι ανταγωνιστές (με πρώτη την google) έχουν τα μάτια στραμμένα προς την κρίση εμπιστοσύνης του Facebook, καθώς και την αδυναμία του, παρά τις συνεχείς ανανεώσεις, να έχει τη φρεσκάδα που είχε δέκα χρόνια πριν.
Το 2020-2030 πιθανότατα μια εποχή πολλών ανακατατάξεων στον τρόπο που επικοινωνεί ψηφιακά ο πλανήτης. Ο άλλοτε οραματιστής της ανθρωπότητας έχει πια φθαρεί και τίποτα δεν φαίνεται να μπορεί να πείσει νέους χρήστες (ειδικά τους εφήβους) να κάνουν λογαριασμούς στο Facebook. Aν μη τι άλλο όμως υπάρχει ένα πολύ βασικό πλεονέκτημα. Πρόκειται για την πλατφόρμα που όρισε στην εποχή της τον τρόπο και τα φίλτρα με τα οποία συντίθεται ένα μέσο κοινωνικής δικτύωσης. Και αυτό είναι ένα σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα.

ΣΧΟΛΙΑ

0 Σχόλια