Τι προσβάλλει τους ανθρώπους με αναπηρία ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ►

American Civil War / Αμερικανικός Εμφύλιος Πόλεμος

Ημερομηνία: 12 Απρ 1861 – 9 Απρ 1865
Πρώτη μάχη: First Battle of Bull Run
Έκβαση: Νίκη των Βορείων, κατάργηση της δουλείας
Αίτια: Επίθεση των Νοτίων (Συνομοσπονδία) στο φρούριο Σάμτερ
Ο Αμερικανικός Εμφύλιος Πόλεμος (1861-1865) ήταν ο πλέον καταστροφικός πόλεμος που έζησε ποτέ το κράτος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής (ΗΠΑ) και ταυτόχρονα ιστορικό γεγονός με σημαντικό αντίκτυπο στην αμερικανική κοινωνία και οικονομία. Οι απώλειες στις μάχες ξεπέρασαν τις 600.000, οι θάνατοι στον πληθυσμό τις 500.000, ενώ καταστράφηκε περίπου το 40% της εθνικής οικονομίας. Ο πόλεμος αυτός ήταν αποτέλεσμα κυρίως των πολύ σοβαρών οικονομικών διαφορών μεταξύ των πολιτειών αλλά και του πολιτειακού συστήματος των τότε ΗΠΑ, κατά το οποίο η θέση του προέδρου είχε μικρή επίδραση στην καθοδήγηση του συνόλου της οικονομίας των πολιτειών. 
Το ξέσπασμα προκλήθηκε λίγο πριν την εκλογή του προέδρου Αβραάμ Λίνκολν ο οποίος αντιμετώπισε την απόσχιση των πολιτειών του νότου την ώρα που αναλάμβανε καθήκοντα. Ο πόλεμος για τον Λίνκολν και τις υπόλοιπες πολιτείες του Βορρά είχε σαν νόημα την επαναφορά των αποσχισθέντων στις ΗΠΑ και τη διατήρηση του κράτους. 
Για τον Νότο το αντικείμενο ήταν να διατηρηθεί σαν χωριστό κράτος του οποίου οι τύχες δεν θα κρίνονταν από τις πολιτικές ανακατατάξεις στην Ουάσιγκτον. Η τελική επικράτηση του Βορρά, διατήρησε το κράτος των ΗΠΑ με τη μορφή (αν κι όχι ακριβώς με την ίδια έκταση) που γνωρίζουμε σήμερα. Επιπλέον, με τη Διακήρυξη Χειραφέτησης που υπογράφτηκε το 1862/63 και κυρίως τη 13η τροπολογία του Συντάγματος το 1865, περίπου 3,5 εκατομμύρια Αφροαμερικανοί — 40% του πληθυσμού των νότιων πολιτειών προπολεμικά — απέκτησαν την ελευθερία τους, ενώ η θέση τους στην αμερικανική κοινωνία απασχόλησε έντονα τη χώρα κατά την περίοδο της ανασυγκρότησης των ΗΠΑ (π. 1863-77). 
Η δουλεία αποτέλεσε κύρια αιτία του εμφυλίου πολέμου, στενά συνδεδεμένη με τις ευρύτερες αντιθέσεις που παρατηρούνταν μεταξύ του Βορά και του Νότου της Αμερικής σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο. Μετά το ξέσπασμα του πολέμου, ο Λίνκολν επιχείρησε να κατανικήσει το Νότο και χρησιμοποίησε τη δουλεία σαν ένα ηθικό αντίβαρο ενός μακρόχρονου και πολύ αιματηρού αγώνα. Εκ του αποτελέσματος, θεωρείται ο πρόεδρος που διατήρησε τις ΗΠΑ και επέβαλε μια ισχυρότερη προεδρική θέση στην ομοσπονδιακή αυτή χώρα που σήμερα δρα πολύ περισσότερο σαν ενιαίο κράτος απ όσο το θέλησαν οι ιδρυτές του, το 1776.
Οι οικονομικοί λόγοι
Η οικονομία των ΗΠΑ, ειδικά στην περίοδο 1815-1850, χαρακτηρίστηκε από ένα συνεχές ρεύμα αποίκων, κυρίως Ευρωπαίων, που εγκατέλειπαν μια δύστυχη και οικονομικά τυραννημένη από τους πολέμους ήπειρο, για να κατοικήσουν μια νέα γη που η αφθονία του χώρου και η ευκαιρία για πλούτο ήταν για αυτούς πρωτόγνωρες. Οι περιοχές που υπάγονταν στις γνωστές τότε ΗΠΑ κάλυπταν σχεδόν τη μισή μόνο από τη σημερινή τους έκταση, αλλά αυτό δεν εμπόδισε τους αποίκους να απλωθούν και αλλού. Έφτασαν μάλιστα να εγκατασταθούν και σε περιοχές που ανήκαν σε άλλη επικράτεια, όπως στην Καλιφόρνια και στο Τέξας, που ανήκαν αρχικά στο Μεξικό. 
Η οικονομική ανάπτυξη όμως που ακολούθησε ήταν πολύ διαφορετική μεταξύ Νότου και Βορρά. Ο Νότος, λόγω κλίματος, ευνόησε τις μεγάλες φυτείες και από αυτές ειδικά το βαμβάκι που εξελίχτηκε σαν η πρώτη ύλη ένδυσης για την εποχή.
 Πέρα από το γεγονός πως αποτελούσε τον εφοδιαστή όλης της Βόρειας Αμερικής, ο Νότος εξήγαγε ήδη στην Ευρώπη μαζικά, μετατρέποντας αρκετούς πρώην αποίκους σε πλούσιους γαιοκτήμονες. Η εργασία σε τόσο μεγάλες εκτάσεις παρέμενε χειρωνακτική και οι νέγροι δούλοι που υπήρχαν ήδη από τον καιρό της αγγλοκρατίας κατάντησε το κυριότερο εργαλείο της. Η τρομερά γρήγορη ανάπτυξη αυτής της οικονομίας απαίτησε μοιραία και τη συνεχή αύξηση της δουλείας, οπότε ο Νότος έφτασε στο σημείο να κατοικείται κατά 20-30% από δούλους, κάτω από μια απειλητική ανοδική τάση που προμήνυε ότι στο μέλλον θα μπορούσε να εξελιχθεί σε περιοχή με πολύ αραιό λευκό πληθυσμό. Αν και όλοι οι άποικοι στον Νότο δεν είχαν τα μέσα να έχουν δούλους, εντούτοις το βαμβάκι εξαρτούσε ήδη και κάθε άλλο είδος της ντόπιας οικονομίας. 
Ένα έμμεσο αποτέλεσμα αυτού του ξέφρενου νεοπλουτισμού ήταν η παντελής παραμέληση της βιομηχανίας, επειδή το βαμβάκι μπορούσε άνετα να αγοράσει τα προϊόντα της με εισαγωγές από τον Βορρά αλλά και κατευθείαν από την Ευρώπη.
Στον Βορρά υπήρχαν επίσης νέγροι δούλοι αλλά το εκεί κλίμα και η εξέλιξη της οικονομίας αναπτύχθηκε γύρω από τη βιοτεχνία και βιομηχανία της οποίας η εργατική μάζα προήλθε από τους πτωχούς αποίκους που έρεαν συνεχώς, κυρίως από την Ιρλανδία που αντιμετώπιζε περίοδο μεγάλης πείνας και τις επιπτώσεις της βρετανικής κατοχής. 
Η τάξη αυτή των αποίκων παρουσίαζε ένα εξαιρετικά εκμεταλλεύσιμο ανθρώπινο υλικό που εργαζόταν κάτω από πολύ άσχημες συνθήκες διαβίωσης και αμοιβής, γεγονός που όμως δεν ευνόησε την αύξηση των δούλων. Μερικοί έλεγαν ότι τόσο ο Βορράς, όσο και ο Νότος αναπτύχθηκαν χάρη σε δούλους, οι μεν με λευκούς και οι δε άλλοι με μαύρους. Αλλά το πλέον διαφορετικό στοιχείο ήταν ότι αυτή η κατηγορία των λευκών δούλων θα μπορούσαν να αποκτήσουν πολιτικά δικαιώματα και οι απόγονοί τους θα γίνονταν πολίτες των ΗΠΑ. 
Έτσι, σε λίγα χρόνια, ο Βορράς ήταν μια πυκνοκατοικημένη βιομηχανική λευκή περιοχή που γρήγορα κατάλαβε ότι τα οικονομικά της συμφέροντα συγκρούονταν με εκείνα του Νότου. Η μεν δουλεία, η άνευ αποδοχών δηλαδή εργασία, ήταν αφενός εντελώς απεχθής στους «λευκούς δούλους» και απειλητική για το μέλλον τους, αφετέρου τα προϊόντα της βιομηχανίας του Βορρά έβρισκαν ισχυρό ανταγωνισμό από τις εισαγωγές του Νότου από την Ευρώπη, ενώ αντίθετα τα γεωργικά προϊόντα του Νότου ήταν εντελώς αναγκαία για την επιβίωση του Βορρά. Τελικά ο Νότος είχε το μεγάλο πλεονέκτημα να καθορίζει την οικονομία των ΗΠΑ ενώ ο Βορράς που βρισκόταν σε περίοδο κρίσιμης ανάπτυξης ζητούσε να επιβάλει η κεντρική κυβέρνηση φόρους εισαγωγών, που τελικά θα πλήρωνε κυρίως ο Νότος, και αφετέρου απαιτούσε αναδιανομή του εθνικού πλούτου προς τις πιο πυκνοκατοικημένες του περιοχές, που ήταν τελικά οι Βόρειες Πολιτείες. Το επικίνδυνο για τον Νότο ήταν ότι η κυβέρνηση στην Ουάσιγκτον ψηφίζονταν από την πλειοψηφία των πολιτών, συνεπώς ο Βορράς μέσω της αριθμητικής του δύναμης θα μπορούσε μελλοντικά να επιβάλει στον Νότο τη θέλησή του. Υπήρχαν δε ήδη συζητήσεις, προ 30ετίας, για να δοθεί συνταγματικά στον πρόεδρο η εξουσιοδότηση να ρυθμίζει αυτός σε παμπολιτειακό επίπεδο την εθνική οικονομία.
Με τα σημερινά δεδομένα τα ζητήματα αυτά βέβαια μπορεί να χειριστεί μια εθνική κυβέρνηση αλλά στις ΗΠΑ εκείνης της περιόδου, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν είχε τέτοιες εξουσίες καθώς η κάθε πολιτεία είχε δική της οικονομία, ενώ ορισμένες από αυτές ακόμα και δικό τους νόμισμα. Από ιδρύσεως, οι ΗΠΑ ήταν μια συνένωση πολιτειών με σκοπό την κοινή άμυνα σε μια μελλοντική επιστροφή των Άγγλων αλλά δεν είχε σαν σκοπό τη σύμπηξη κοινής οικονομίας. Μάλιστα, όταν η Αγγλία ξεκίνησε έναν δεύτερο πόλεμο για να επανακτήσει τις ΗΠΑ (1812-1815), μερικές πολιτείες του Ατλαντικού αρνήθηκαν να συμβάλλουν με στρατό λόγω ιδίων ναυτικών συμφερόντων που είχαν με την Αγγλία, χωρίς να τους επιβληθούν κυρώσεις από τις άλλες, απόδειξη ότι τα οικονομικά συμφέροντα της κάθε μίας έμπαιναν σε πρώτη μοίρα.
Αλλά στα μετέπειτα χρόνια ετέθη θέμα ένταξης στις ΗΠΑ και άλλων εποικισμένων περιοχών, ειδικά του Κάνσας και της Νεμπράσκα, και το ερώτημα ήταν αν θα μπορούσαν και αυτές οι πολιτείες να έχουν δούλους. Αν ναι, τότε το μέλλον των ΗΠΑ θα ήταν εκείνο μιας απέραντης ηπείρου μαύρων δούλων κατοίκων που θα έλεγχε μια εξαιρετικά πλούσια μεν αλλά μειοψηφία λευκών που θα κρατούσαν την οικονομία στα χέρια τους και οι ελπίδες των πτωχών λευκών αποίκων για μια καλύτερη ζωή θα τέλειωναν για πάντα μαζί με το όνειρο εποικισμού νέας γης: από τότε ειδικά οι οικονομικές διαφορές εστιάστηκαν και στο θέμα της δουλείας. Τότε αναπτύχθηκαν και κάποια μικρά κινήματα που θεώρησαν τη δουλεία σαν ανθρώπινη αδικία. Ο Νότος από την άλλη μεριά δεν δεχόταν ότι θεωρείται παράνομος στο κράτος μέσα στο οποίο ζούσε κι εξάλλου παρατηρούσε ότι αυτές οι ερμηνείες περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων των δούλων ήταν πολύ όψιμες, καθώς για περισσότερα από 100 χρόνια από την ίδρυση του κράτους των ΗΠΑ το 1776, κανείς δεν είχε θέσει το θέμα και κυρίως δεν δέχονταν ότι μια απόφαση της Ουάσινγκτον προς χάρη των Βόρειων πολιτειών θα μπορούσε να καταστρέψει τη δική τους οικονομία.
Τέλος αρκετοί ισχυρίζονται ότι οι Βόρειοι προκειμένου να χρηματοδοτήσουν τη βιομηχανική επανάσταση που συνέβαινε στον βορρά απαιτούσαν τα συγκεντρωμένα κεφάλαια των γαιοκτημόνων του νότου, τις πρώτες ύλες του (βαμβάκι και δημητριακά), αλλά και τα φθηνά εργατικά των νέγρων. Έτσι για τους βόρειους η ένωση φάνταζε ως μονόδρομος, ενώ για τους νότιους και κυρίως την αριστοκρατία των γαιοκτημόνων απλά απώλεια της οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής τους δύναμης.

ΣΧΟΛΙΑ

0 Σχόλια