Κυριάκος Κατζουράκης Ζωγράφος 1944-2021

Ο Κυριάκος Κατζουράκης, ο οποίος έφυγε από τη ζωή σε ηλικία  77 ετών, ήταν, όπως λέει η γκαλερίστα του και επί χρόνια φίλη Γιάννα Γραμματοπούλου, «ένας ιδιαίτερος άνθρωπος: πολύπλευρος δημιουργός με πλούσια εκφραστική “γλώσσα”, πολιτικοποιημένος καλλιτέχνης και ταυτόχρονα γλυκός και προσηνής, μια ανοιχτή αγκαλιά για όλους». Πριν η υγεία του εξασθενήσει απότομα –εξαιτίας του καρκίνου που τον ταλαιπωρούσε–, κάτι που συνέβη τον τελευταίο μήνα, εργαζόταν καθημερινά στο εργαστήριό του στα Εξάρχεια, όπου βρίσκεται επίσης το σπίτι το οποίο μοιράστηκε επί πολλά χρόνια με τη σύντροφό του, ηθοποιό Κάτια Γέρου. «Σχεδίαζε, σκεφτόταν ταινίες, παραστάσεις και περφόρμανς που θα παρουσιάζονταν σε υποβαθμισμένα σημεία της πόλης, συνεχίζοντας αυτό που έκανε πάντα: να επιστρέφει στην τέχνη, ό,τι κέρδιζε από εκείνη», λέει η κυρία Γραμματοπούλου.
Από τα λόγια των φίλων και των ομοτέχνων του σκιαγραφείται ένας δημιουργός που με το έργο του εξέφραζε τους κοινωνικούς προβληματισμούς της εποχής του, παραμένοντας επικεντρωμένος στον άνθρωπο: στη μνήμη και στο σώμα, στην πραγματικότητα και στο όνειρο. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε ζωγραφική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών με δάσκαλο τον Γιάννη Μόραλη και σκηνογραφία στο εργαστήριο του Βασίλη Βασιλειάδη. Το 1966 παρουσίασε την πρώτη του ατομική έκθεση στην Αθήνα, και το 1969 κέρδισε το Βραβείο Παρθένη για τη ζωγραφική του. Γρήγορα φάνηκε η αγάπη του για τον κινηματογράφο. Το 1971 σχεδίασε τα κοστούμια για τις «Μέρες του ’36» του Θόδωρου Αγγελόπουλου και ένα χρόνο αργότερα τα σκηνικά για το «Προξενιό της Αννας» του Παντελή Βούλγαρη. Την ίδια περίοδο συμμετείχε στην ίδρυση της ομάδας «Νέοι Ελληνες Ρεαλιστές», μαζί με τον Γιάννη Ψυχοπαίδη, τον Χρόνη Μπότσογλου, την Κλεοπάτρα Δίγκα και τον Γιάννη Βαλαβανίδη.
«Εκτοτε η ζωγραφική του ήταν στραμμένη στον λεγόμενο “κριτικό ρεαλισμό”, και η τέχνη του είχε έντονη πολιτική χροιά», λέει στην «Κ» ο Κωνσταντίνος Παπαχρίστου, επιμελητής της αναδρομικής έκθεσης «Κυριάκος Κατζουράκης. Εργα 1963-2013. Ζωγραφική, Θέατρο, Κινηματογράφος», που διοργανώθηκε στο Μουσείο Μπενάκη το 2013.
Από το 1972 έως το 1986 έζησε στο Λονδίνο και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη χαρακτική. Στη συνέχεια επέστρεψε στην Ελλάδα και ξεκίνησε τη συνεργασία του με τον Γιώργο Λαζάνη στο Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν. Από το 2000 ασχολήθηκε συστηματικά με τη σκηνοθεσία φτιάχνοντας μικρού και μεγάλου μήκους ταινίες. Βραβεύθηκε για τον «Δρόμο προς τη Δύση» και τη «Γλυκιά μνήμη», δημιούργησε επίσης τις «Μικρές εξεγέρσεις» και πιο πρόσφατα το «Ussak» (2017). Το 2005 εξελέγη τακτικός καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, και δίδαξε μέχρι το 2011.

«Οι βάσεις της εικαστικής του δημιουργίας ήταν εκείνοι που και ο ίδιος αναγνώριζε ως δασκάλους του: ο Τσαρούχης, ο Κόντογλου, ο Θεόφιλος. Σε αυτούς επέστρεφε συχνά και με νοσταλγία αναδιαμορφώνοντας την έννοια της “ελληνικότητας” και παραμένοντας διαρκώς κοντά στην κοινωνία», σχολιάζει ο κ. Παπαχρίστος.

Related Posts