Πώς γιόρταζαν οι Αθηναίοι την Πρωτομαγιά

Στα πρώτα χρόνια του Όθωνα η νεοσύστατη ελληνική κοινωνία προσάρμοζε πλέον τις γιορτές της στην "πολιτισμένη" πραγματικότητα.
Ξένες καλλιτέχνιδες ήδη είχαν φτάσει στην Αθήνα και εκστασιασμένοι οι δημοσιογράφοι έγραφαν ότι "εις τους παριλισσίους κήπους ηκούετο μέχρι πρωίας ο γλυκύς βαρβιτισμός των καλλιτεχνίδων και το χαρίεν άσμα της ξανθοπλοκάμου Αϊδέ"!
Η εφημερίδα "ΦΗΜΗ" έσπευδε να ενημερώσει τους εκατοντάδες Βαυαρούς που είχαν κατακλύσει την ελληνική πρωτεύουσα ότι "είναι έθιμα τινα τα οποία καθιερώθησαν ως νόμος εις την κοινωνίαν και ένα των εθίμων τούτων είναι και αι διασκεδάσεις της πρώτης Μαΐου".

Στις εξοχές.
Ως προς τον αριθμόν εκείνων που γιόρταζαν την Πρωτομαγιά στις εξοχές της Αττικής και την ποιότητα της διασκέδασής τους πριν από περίπου 170 χρόνια, η ίδια εφημερίδα είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική: "Διάφοροι οικογένειαι αξιοτίμων εμπόρων, συμβούλων και άλλων, συμποσούμεναι εις 80 περίπου άτομα, εξήλθον να τελέσωσι τα όργια της Πρωτομαϊας με ικανά αρνία, κρασία, σκόρδα, άνθη κλπ. Και ευθύμησαν έως εσπέρας"!

Επί Γεωργίου του Α΄την Πρωτομαγιά η πόλη άλλαζε κυριολεκτικά όψη. Στα στόματα των περισσοτέρων έρχονταν οι στίχοι του Αχιλλέα Παράσχου:
"Δρέψατε πάλιν ερασταί
ευδαίμονες ναρκίσσους
Εις του Μαΐου τους φαιδρούς
κ ευώδεις παραδείσους".

Και οι παριλίσσιοι κήποι, τα Πατήσια και οι άλλες γειτονικές εξοχές δέχονταν την πραγματική έφοδο των Αθηναίων αστών. Ο κρότος των αμαξών και οι λουλουδοκλοπές κρατούσαν στο πόδι σχεδόν όλους τους κατοίκους της πρωτεύουσας. Εξάλλου τα περιβόλια είχαν τη γιορτινή τους.
Ονομαστά περιβόλια - με θαυμάσια φυτά και σπάνια άνθη - υπήρχαν στο βάθος της σημερινής οδού Ρηγίλλης, παραπλεύρως του Ζαππείου, στα Πατήσια, στα Σεπόλια κ.α. Εννοείται ότι τα ομορφότερα ήταν στα Σεπόλια και τον Κολωνό, ενώ "Βασιλικό Περιβόλι" αποκαλούνταν ο Βοτανικός Κήπος στην Ιερά Οδό.

'Ολοι πήγαιναν στις εξοχές. Οι πλούσιοι καροτσάδα και οι φτωχοί με τα πόδια. Η οδός Πατησίων από τις 5 το απόγευμα μέχρι το πρωί της επομένης πλημμύριζε από χιλιάδες ανθρώπους.
Στα περιβόλια έτρωγαν, έπιναν και "έπιαναν τον Μάη". Αρνί ψητό, αβγά, σκορδαλιά, ντολμαδάκια με κληματόφυλλα, γιαούρτι σακουλίσιο. Κρασί ρετσινάτο από την Κούλουρη, "κεχριμπάρι", όπως το αποκαλούσαν οι μπεκρήδες της εποχής.

Στο ύψος του Αγίου Λουκά πωλούνταν στεφάνια με άνθη. Πενήντα λεπτά ο "Μάης", ένα στεφάνι καμωμένο από τριαντάφυλλα, πασχαλιές, ασπιρέες, λιμπούνα και άλλα ακόμη άνθη.
Δεν ήταν βεβαίως όλα "ανθηρά" και εκείνη την εποχή. Υπήρχαν φωνές που αντιδρούσαν στην εισαγωγή του δυτικού τρόπου ζωής και τους πλούσιους ομογενείς χρηματιστές, τους οποίους αποκαλούσαν "Χαβιαροχανίτες".

Ο "Αριστοφάνης"
Εκπρόσωπος αυτής της κατηγορίας ήταν ο Π. Πηγαδιώτης, ο οποίος έγραφε (1884) στον 'ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗ" του:
"Αχ Μάη, δώσε θάρρος και εις τους λωποδύτες να κάνουν μια δουλειά
να πιάσουνε με βρόχο τους Χαβιαροχανίτες εκείνα τα σκυλιά
που ήρθανε και κάμαν λημέρι στην Αθήνα
και έτσι να γλυτώσει κάθε φτωχός την πείνα.
Και με αυτούς ας πνίξουν σ αυτές σου τις ημέρες εκείνα θα θεριά
που λέγονται πως είναι του έθνους μας πατέρες
αλλ είναι...κλεφτουριά.
Αρπάζουν το Ταμείον, του βλάκα τον ιδρώτα,
κι αν ο φτωχός πεινάει, αυτοί ζωή και κότα".

Ο "Ρωμιός"
Το πανηγύρι ξεκινούσε από την παραμονή της Πρωτομαγιάς. Ο κόσμος γλεντούσε μέχρι τα ξημερώματα πίνοντας και απολαμβάνοντας τις ευωδιές των λουλουδιών. Αξιομνημόνευτη λαϊκή παράδοση ήταν η ευρεία κατανάλωση σκόρδων τον μήνα Μάιο.

Τους ανθοπόλεμους και το κλίμα που επικρατούσε στις εξοχές κατέγραφε με το πενάκι του Ο Γεώργιος Σουρής στον "ΡΩΜΗΟ" του:
'Έλα ράνε με με φούλια
να σε ράνω με μαρούλια.
Δεύτε ράνε δι ανθέων
την φυλήν των ...ημιθέων.
Ανθεστήρια μεγάλα,
νέα δάφνη και μυρσίνη,
και στον Μάιον καββάλα,
παρευλαύν η Ρωμιοσύνη"

Όσοι πήγαιναν στα Πατήσια και την Κολοκυνθού αγόραζαν ένα στεφάνι και το κρεμούσαν στο φανάρι του αμαξιού ή το κρατούσαν στα χέρια όταν γύριζαν στην πόλη. Το κρεμούσαν στην εξώπορτα για να το ξεκρεμάσουν στις 23 Ιουνίου, εορτή του Αϊ-Γιάννη του Κλήδονα, οπότε και ριχνόταν στη φωτιά για να περάσουν από πάνω μικροί και μεγάλοι.
Εκεί εκτός από τον Μάη καίγονταν παλιά καλάθια, ξύλα και οτιδήποτε δυνάμωνε τη φωτιά.
Ελευθέριος Σκιαδάς.

Related Posts