Η ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ►

Παύλος Μελάς 1870- 1904

13 Οκτωβρίου 1904.
Σκοτάδι στη Σιάτιστα, χωριό της Καστοριάς.
Το τουρκικό απόσπασμα περικυκλώνει το χωριό όπου βρίσκεται ο Παύλος Μελάς.
Από προδοσία βουλγαρικής συμμορίας του Μήτρου Βλάχου.
Ακολουθεί λυσσαλέα μάχη.
Πέφτει ένας ξερός πυροβολισμός.
"Με χτύπησαν, παιδιά", ακούγεται.
Δίπλα του τα πρωτοπαλίκαρα.
Ο Πύρζας. Σλαβόφωνος.
Ο Γιώργης Στρατινάκης.
Τον παίρνουν.
Χάνει αίμα.
Βγάζει το σταυρό του.
"Φεύγω, να τον δώσετε στη γυναίκα μου.
Το ντουφέκι μου να το δώσετε στον γιο μου.
Να του πείτε, το καθήκον μου το έπραξα".
Τον δροσίζουν με νερό το μέτωπο.
Σε λίγο παγώνει.
Κόβουν το κεφάλι του, το κουβαλάνε τρεις μέρες, ώσπου να το δώσουν στο Γερμανό Καραβαγγέλη.
Την επομένη, στην Αθήνα, χαμός.
Το "Εμπρός", η "Ακρόπολις".
Πρωτοσέλιδα.
"Εδολοφονήθη ο Παύλος Μελάς".
Γράφει το εξαίσιο ο Παλαμάς:
"Σε κλαίει λαός.
Πάντα χλωρό να σειέται το χορτάρι
στον τόπο που σε πλάγιασε
το βόλι ώ παλληκάρι".
Κι ο Εγγονόπουλος τον ζωγραφίζει σε παραλλαγές αδιάκοπα.
Και ο Κόντογλου.
Και ο Ιωάννου γράφει γι αυτόν αμάραντες σελίδες.
Το ίδιο και ο ποιητής της Κύπρου Κυριάκος Χαραλαμπίδης.
Τα είχε όλα ο Παύλος Μελάς.
Καριέρα λαμπρή μπροστά του.
Μελλούμενος στρατιωτικός γραφείου.
Γαμπρός πρωθυπουργού.
Γιος δημάρχου.
Επαύλεις στην Κηφισιά, πανέμορφη γυναίκα και δυο παιδιά.
Κι όμως.
Πήγε στα λασποχώρια της Μακεδονίας.
Ξέροντας ότι θα πεθάνει.
Φαντάζει βλακεία για την απολυταρχία του ρηχού μας παρόντος η θυσία.
"Ήταν γενναίος, μπαμπά;", με ρωτάει ο μικρός μου γιος.
"Γιατί άφησε τα παιδάκια του μόνα;"
"Για την πατρίδα", προσπαθώ να ψελλίσω.
Δημήτρης Κοσμόπουλος.

ΣΧΟΛΙΑ

0 Σχόλια