Η ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ►

Τα 2 βατραχάκια

Μια φορά κι έναν καιρό, κοντά σε μια λιμνούλα, ζούσε η μαμά-Βατραχίνα με τα δυο βατραχάκια της: τον Πρασινούλη και τον Σταχτούλη.
Ο Σταχτούλης ήταν πολύ φρόνιμο βατραχάκι κι άκουγε πάντα τη μαμά του σε ό,τι του ’λεγε. Ο Πρασινούλης όμως ήταν άταχτος......

και ποτέ δεν άκουγε τις συμβουλές της.
Εκείνες τις μέρες είχε ακουστεί πως πάνω από τη λίμνη κάποιος εχθρός τριγύριζε κι ένα πρωί, πριν φύγει η μαμά Βατραχίνα για την αγορά, είπε στα βατραχάκια της:
- Βατραχοπαιδάκια μου! Όσην ώρα εγώ θα λείπω, να μη βγείτε καθόλου στην ακροποταμιά, γιατί μπορεί να σας δει από ψηλά το κακό γεράκι και να σας κάνει κακό. Μέρες πετά εδώ γύρω και σας παραμονεύει.
- Μείνε ήσυχη, μανούλα, είπαν τα δυο βατραχάκια. Μείνε ήσυχη.
Κι έφυγε ήσυχη η κυρά Βατραχίνα. Έπαιξαν και χοροπήδησαν τα δυο βατραχάκια και ξαφνικά ο Πρασινούλης είπε:
- Ουφ! Βαρέθηκα!
Και τραβήχτηκε κακόκεφος σε μια γωνιά.
- Έλα να παίξουμε με τη μπάλα, του λέει ο Σταχτούλης.
- Όχι, δε θέλω!
- Έλα να παίξουμε κρυφτό.
- Όχι, δε θέλω! Δε θέλω, δε θέλω!..
- Α, μα τότε τι θέλεις;
- Θέλω να βγω έξω στο γρασίδι, να λιαστώ.
- Μα ξεχνάς τι μας είπε η μαμά;
- Ναι, ξεχνώ. Εγώ θα βγω κι ας γίνει ό,τι θέλει.
Κι ο άταχτος Πρασινούλης με δυο, τρεις πήδους, βγήκε στην ακροποταμιά, σκαρφάλωσε σε μια πέτρα και ξαπλώθηκε σαν τεμπέλης στον ήλιο. Χασμουρήθηκε, τεντώθηκε και είπε με τη βραχνή φωνή του:
- Κουά, κουά, κουά. Αχ, τι ωραίος που είναι ο ήλιος! Ακούς εκεί να καθίσω, λέει, φυλακισμένος στη φωλιά μας! Εγώ δε φοβάμαι κανέναν! Κανέναν!
Πριν να προφτάσει όμως να τελειώσει τα λόγια αυτά, να που ξαφνικά φεύγει η γη κάτω απ’ τα πόδια του.
Ένα μεγάλο γεράκι το είχε αρπάξει και το ανέβαζε ψηλά-ψηλά στη φωλιά του.
- Βοήθεια, μαμά, φωνάζει ο Πρασινούλης. Βοήθεια!
Εκείνη τη στιγμή ακριβώς, γυρίζει η μαμά Βατραχίνα. Σήκωσε το κεφάλι της ψηλά, είδε το παιδάκι της και φώναξε με κλάματα στο γεράκι:
- Καλό μου γεράκι, σε παρακαλώ, μη μου παίρνεις το παιδάκι μου! Σε παρακαλώ!
Και δάκρυα χοντρά κύλησαν από τα ολοστρόγγυλα μάτια της.
Τα πουλάκια πάνω στα κλαριά, σταμάτησαν το τραγούδι τους.
- Τσίου, τσίου, φώναζαν κι αυτά. Μη μας παίρνεις τον Πρασινούλη.
Και δάκρυα τρέξαν από τα ματάκια τους.
Τότε βγήκε από την αετοφωλιά του ο βασιλιάς των πουλιών, ο Αετός, και είπε στο γεράκι:
- Μαύρο γεράκι! Δώσε αμέσως τον Πρασινούλη στη μαμά του!
Το γεράκι τότε χαμήλωσε, χαμήλωσε ώσπου άγγιξε το χώμα. Άφησε τον Πρασινούλη και γύρισε και είπε στον Αετό:
- Βασιλιά των πουλιών, σε υπακούω: Αφήνω αυτή τη φορά ελεύθερο τον Πρασινούλη, μα αν άλλη φορά δεν ακούει τη μαμά του, τότε…
- Όχι, όχι, ξεφώνισε ο Πρασινούλης. Σου δίνω το βατραχίσιο λόγο μου. Από δω και μπρος πάντα θα την ακούω. Πάντα! Πάντα! Κι αληθινά! Από τότε έγινε κι αυτό καλός και φρόνιμος. Και όλη η Βατραχούπολη καμάρωνε τα δυο φρόνιμα βατραχάκια, το Σταχτούλη και τον Πρασινουλη.
Σημείωση: Από τα παραμύθια της θείας Λένας.

ΣΧΟΛΙΑ

0 Σχόλια