Κάποτε στην ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ

Εκειά που 'βοσκε τα ωζά ντου ο Νικήτας στα Λασιθιώτικα βουνά, μια δέσμη αχτίνων του ήλιου τονε θάμπωσε κι εκατουρήθηκε ο έρμος απο το φόβο ντου!
Με το δίκιο του βέβαια, γιατί η δέσμη δεν ήρχουντονε απο τον ουρανό παρά από τη γη...
Επλησίασε δειλά κι είδε ένα πρωτοφανίστικο και παράξενο πράμα!
Ήτονε ένα καθρεφτάκι που θα το 'χε χάσει κιανείς τουρίστας από τους λίγους που επισκέπτονταν το Δικταίον Άνδρον εκείνα τα χρόνια.
Δεν είχε ξαναδεί καθρέφτη και ήτονε φυσικό να κάνει διάφορες σκέψεις στην προσπάθειά ντου ν' ανακαλύψει το πρόσωπο που ήβλεπε μέσα!
Τα μάθια ντου αρχίσανε να τρέχουν κ μ' αναστεναγμους παίρνει το δρόμο για το σπιτι του, αφού πειστηκε πως αυτός που έβλεπε ήτονε ο μακαρίτης ο αδερφός του!
Το βράδυ έχωσε το καθρεφτάκι στο μπαούλο, χωρίς να πει σε κιανένα τίποτα και κάθε βράδυ πήγαινε να δει το "μακαρίτη".
Με τα πολλά εψυλλιάστηκε η κερά ντου κι έκαμε το μπαούλο χουμά-κουτάλια.
Ήβρηκε το καθρεφτάκι και κοιτάζοντας το προσωπο τζη κι αυτή μέσα, έσυρε μια φωνή: "Γιάε ποια πουτάνα μου 'ρχεται και θωρεί καθε βράδυ!"

Related Posts