Πώς είναι να είσαι ΑμεΑ στην Ελλάδα του 2019

Τα άτομα με ειδικές ανάγκες είναι ένα αναπόσπαστο μέρος της κοινωνίας μας. Στην Ελλάδα υπολογίζεται ότι κατοικούν περίπου 1.000.000 ΑμΕΑ (δεν υπάρχει επίσημη καταγραφή), δηλαδή το 10% του πληθυσμού, 1 στους 10 πολίτες, με λίγα λόγια, είναι άτομο με ειδικές ανάγκες. Κι όμως, πόσο συχνά βλέπουμε στο δρόμο κάποιο άτομο σε αναπηρικό καροτσάκι ή κάποιον με προβλήματα όρασης; Πόσο συχνά συναναστρεφόμαστε άτομα με οποιαδήποτε αναπηρία; Είχαμε ποτέ συμμαθητές, συμφοιτητές, συναδέλφους άτομα με ειδικές ανάγκες; Ποια αντιμετώπιση δέχτηκαν;

Ότι η Ελλάδα αποτυγχάνει παταγωδώς σε ό,τι αφορά τις ενταξιακές προσεγγίσεις των ΑμΕΑ στην εκπαίδευση, την εργασία και εν γένει στο κοινωνικό σύνολο, είναι γνωστό, και αυτό μπορεί να το διαπιστώσει κανείς ακόμη κι αν διαθέτει μία όχι και τόσο οξυμένη αντίληψη. Ζούμε άλλωστε σε μια χώρα με απαρχαιωμένες δομές, με κυβερνήσεις που χαράζουν μια κρατική πολιτική αντιμετωπίζοντας τους ανθρώπους/πολίτες ως μέσα για την πραγμάτωση της ευδαιμονίας των αριθμών- κι αυτό, ακόμη, χωρίς καμιά ιδιαίτερη επιτυχία. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, τα άτομα με ειδικές ανάγκες, μάλλον ως βάρος περιττό, φαντάζουν στα μάτια των κυβερνώντων παρά ως ευάλωτη κοινωνική ομάδα για την οποία οφείλει να καταβληθεί ιδιαίτερη μέριμνα. Τα άτομα αυτά έρχονται ως εκ τούτου αντιμέτωπα με εκ νέου περικοπές στα επιδόματα και την ιατροφαρμακευτική περίθαλψή τους. Συχνά, οι πιο ευάλωτοι εξ αυτών, όπως για παράδειγμα παιδιά που έχουν εγκαταλειφθεί από τους γονείς τους ή είναι μη αυτοεξυπηρετούμενα, παγιδεύονται σε ιδρύματα, σε «Κέντρα Περίθαλψης», κατ’ ευφημισμόν θα λέγαμε, τα οποία δεν τηρούν τις απαραίτητες προδιαγραφές για να τους προσφέρουν μία υγιή και αξιοπρεπή διαβίωση.
Η υπόθεση του ΚΕΠΕΠ Λεχαινών ήρθε στο φως μετά από σοκαριστικό ρεπορτάζ του BBC, που αποκάλυψε ότι δεκάδες ανάπηρα παιδιά και ενήλικες διαβίωναν υπό συνθήκες βασανισμού, δηλαδή ζούσαν είτε δεμένοι από τα χέρια και τα πόδια είτε σε κλουβιά επειδή πάσχουν από σοβαρές ασθένειες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αυτοτραυματισμούς. Μέτα από το κύμα αγανάκτησης που σκόρπισε σε όλη την Ευρώπη η ντροπιαστική για την Ελλάδα και απάνθρωπη κατάσταση, έχει ξεκινήσει η διαδικασία αποϊδρυματοποίησης των «ωφελούμενων», με τις ΜΚΟ όμως να εκφράζουν φόβους ότι μετά την αποχώρησή τους το όλο εγχείρημα θα φαλιρίσει και θα επανέλθει η προϋπάρχουσα κατάσταση. 
Η ελλιπής κρατική μέριμνα, όμως, δεν αποτελεί τη ρίζα του προβλήματος. Η τελευταία εντοπίζεται στη νοοτροπία των Ελλήνων, στα στερεότυπα και τις προκαταλήψεις των μελών τις κοινωνίας μας απέναντι στα άτομα με ειδικές ανάγκες. Όλα τα παραπάνω είναι που διαμορφώνουν ένα κοινωνικό περιβάλλον αφιλόξενο για τα ΑμεΑ, με την αντιμετώπιση τους να παραπέμπει σε παλαιότερες δεκαετίες.
Σήμερα, όσον αφορά τον τρόπο προσέγγισης της αναπηρίας, προκρίνεται το «κοινωνικό μοντέλο αναπηρίας». Αντίθετα με το ιατρικό μοντέλο (που εκλαμβάνει την αναπηρία ως προσωπική τραγωδία που καθιστά το άτομο απόκληρο της κοινωνίας και κυριαρχούσε στη δεκαετία του ’50), στο πλαίσιο του κοινωνικού μοντέλου, η δυσλειτουργία (Impairment) είναι μια ιατρική κατάσταση που οδηγεί στην αναπηρία, ενώ αναπηρία είναι το αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης μεταξύ των ανθρώπων που ζουν με δυσλειτουργίες και των εμποδίων στο φυσικό, συμπεριφορικό, επικοινωνιακό, κοινωνικό περιβάλλον. Η προσέγγιση του κοινωνικού μοντέλου, δηλαδή, δεν αρνείται την πραγματικότητα της αναπηρίας ούτε τις επιπτώσεις της στο άτομο, ωστόσο προκαλεί το περιβάλλον του ατόμου να αποδεχθεί την αναπηρία ως μια αναμενόμενη περίπτωση της ανθρώπινης ποικιλομορφίας.
Η επίσημη, παραδειγματική αλλαγή στη στάση απέναντι στα άτομα με αναπηρία και στις προσεγγίσεις των διεκδικήσεών τους σηματοδοτείται από τη Σύμβαση των Ηνωμενων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία (CRPD). Η Σύμβαση για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία, καθώς και το Προαιρετικό Πρωτόκολλο που τη συνοδεύει, ψηφίστηκαν από την Ολομέλεια της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών στις 13 Δεκεμβρίου του 2006 και τέθηκαν σε ισχύ στις 3 Μαΐου του 2008. Κι όμως, λίγο περισσότερο από δέκα χρόνια αργότερα, η Ελλάδα μοιάζει να εφαρμόζει σε θεωρητικό μόνο επίπεδο τη Σύμβαση, ενώ πρακτικά απέχει πολύ από αυτή.
Αναλογιζόμενοι αν πράγματι η κοινωνία μας προσαρμόζεται προκειμένου να εντάξει τα άτομα με ειδικές ανάγκες, η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι αρνητική. Όχι μόνο δεν προσαρμόζεται, αλλά «στρουθοκαμηλίζει» απέναντι στις ανάγκες των ατόμων αυτών, ενώ μοιάζει να αγνοεί ακόμα και την ύπαρξή τους. Και, πλέον, ο κατάλληλος για να το επιβεβαιώσει είναι ένα άτομο που το βιώνει από πρώτο χέρι.

Ο Σωτήρης Στάϊκος είναι 33 ετών και πάσχει από ατελή οστεογένεση (ΟΙ), μία σπάνια, κληρονομήσιμη διαταραχή του συνδετικού ιστού. Κυριολεκτικά, «ΟΙ» σημαίνει «μη τέλεια δομή-κατασκευή των οστών», με κύριο χαρακτηριστικό την ευθραυστότητα των οστών. Από μικρός ο Σωτήρης αντιμετώπιζε συχνά σπασίματα, με αποτέλεσμα να βρίσκεται συχνά στο νοσοκομείο, ενώ σήμερα κινείται με πατερίτσες, καθώς δεν έχει καλή ισορροπία. Ο Σωτήρης μοιράστηκε την ιστορία του και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει καθημερινά. Μας είπε ότι έχει τελειώσει δύο σχολές πληροφορικής, έχει κάνει την πρακτική του, ενώ δουλεύει και αμισθί με έναν καθηγητή πανεπιστημίου επάνω σε συγκεκριμένα projects, ωστόσο δυσκολεύτηκε πολύ να βρει εργασία.
  • Έχω απορριφθεί από πολλές θέσεις λόγω της πάθησής μου. Ενώ έχω τα προσόντα και την εμπειρία, μόλις τους πληροφορώ για την κατάστασή μου, μου κλείνουν την πόρτα. Τις περισσότερες φορές, ο χώρος εργασίας δεν είναι προσβάσιμος σε εμένα ή υπάρχουν υποχρεώσεις στις οποίες εγώ δεν μπορώ να ανταπεξέλθω. Για παράδειγμα, στο Τεχνολογικό Πάρκο, στα Ιωάννινα, ανοίγουν δύο καινούριες εταιρίες, ζητούν πολύ κόσμο, προσλαμβάνουν ακόμη και φοιτητές. Με πληροφόρησαν όμως ότι τα γραφεία τους είναι στον 1ο όροφο και στο υπόγειο και η πρόσβαση είναι δυνατή μόνο από σκάλες. Επομένως, απέρριψα αυτή την επιλογή. Πρόσφατα, ενώ ήμουν καλύτερα καταρτισμένος από τους υπόλοιπους υποψήφιους και ο εργοδότης με ήθελε, έχασα μια δουλειά καθώς απαιτούνταν να βοηθώ τον εργοδότη μου σε εξωτερικούς χώρους, κάτι που εγώ αδυνατώ να κάνω.
Ο Σωτήρης αναγκάστηκε να αφήσει την πόλη του, το Αγρίνιο, και να μετακομίσει στα Ιωάννινα, καθώς εκεί βρέθηκε μια θέση που να μπορεί να ανταποκριθεί στις ιδιαίτερες ανάγκες του. Εργάζεται από τον Οκτώβριο με σύμβαση του ΟΑΕΔ σε μια δημόσια υπηρεσία.
  • Σε αντίθεση με το Αγρίνιο, τα Ιωάννινα είναι μια πόλη πιο φιλική προς τα ΑμεΑ. Πριν ξεκινήσω να εργάζομαι εδώ, μίλησα με τους ανθρώπους της υπηρεσίας σχετικά με την πρόσβαση, αν υπάρχουν θέσεις πάρκινγκ για ΑμεΑ και ράμπα, και μου είπαν χαρακτηριστικά «έλα και θα τα βρούμε όλα». Και πράγματι, υπάρχουν όλα όσα χρειάζομαι.
Δεν έλειψαν ωστόσο και τα προβλήματα, που τον ταλαιπώρησαν και ταλαιπωρούν ακόμα.
  • Στη θέση ΑμεΑ, όπου σταθμεύω, ο δρόμος είναι πεζοδρομημένος, και παρόλο που μπορεί να διέλθει κανονικά και όχημα και πεζός, η στάθμευση θεωρείται αντικανονική. Έτσι μου έκοβαν συνέχεια κλήσεις οι ΔΙΑΣ. Απευθύνθηκα στον Πρόεδρο του Συλλόγου ΑμεΑ Ιωαννίνων, κ. Αστερίνο Μάνθο και με τη βοήθεια του κυρίως, καθώς και τη συνδρομή του Περιφερειάρχη, δύο εξαιρετικών ανθρώπων, εκδόθηκε ειδική άδεια, την οποία αφήνω μαζί με την κάρτα ΑμεΑ. Ωστόσο, εξακολούθησαν να μου κόβουν κλήσεις. Μία συνάδελφος που τους είδε κάποια ημέρα, τους ενημέρωσε για την κατάσταση και τους έδειξε την κάρτα. Αυτοί, όμως, την εξύβρισαν και συνέχισαν το…έργο τους. Έχω μαζέψει περίπου 70 κλήσεις!
Όταν τον ρωτήσαμε για την καθημερινότητά του, ο Σωτήρης μας απάντησε ότι είναι πολύ δύσκολη. Ακόμα και μια απλή, καθημερινή διαδικασία, για έναν άνθρωπο με τις δικές του ανάγκες που ζει μόνος του, φαντάζει περίπλοκη.
  • Ακόμη και στα Ιωάννινα, όπου όπως ανέφερα είναι πιο ευνοϊκή η κατάσταση για τα ΑμεΑ σε σχέση τουλάχιστον με το Αγρίνιο, η μετακίνησή μου είναι πολύ δύσκολη. Για τα ψώνια της εβδομάδας, εντόπισα μόνο δύο καταστήματα που να με εξυπηρετούν, και σε αυτά οι θέσεις ΑμεΑ ήταν συνήθως πιασμένες (και τις περισσότερες φορές δεν έβλεπα τη σχετική κάρτα). Τελικά ανακάλυψα ότι υπάρχει η δυνατότητα να στα φέρνουν στο σπίτι. Θυμάμαι επίσης χαρακτηριστικά πως κάποτε θέλησα να πάω να πιω έναν καφέ, όπως ο καθένας μας, στον Μώλο, στα Ιωάννινα. Όμως, όλες οι θέσεις στάθμευσης ήταν πιασμένες, και πάλι χωρίς να υπάρχει σε πολλά αυτοκίνητα η κάρτα. Επειδή δεν μπορώ να διανύω μεγάλες αποστάσεις, έψαχνα να βρω μια θέση που θα μου επιτρέψει να μην περπατήσω πολύ. Γύρισα όλη την πόλη και δεν βρήκα καμία. Τελικά γύρισα σπίτι μου.
Όταν τον ρωτήσαμε πως ένιωσε, ο Σωτήρης απηχεί τα συναισθήματα ίσως πολλών ακόμα ατόμων εκεί έξω.
  • Ένιωσα απαίσια. Σκεφτόμουν ότι είμαι ένας άνθρωπος που έφυγε από την πόλη του για να εργαστεί, να ζήσει μόνος του, να είναι αυτόνομος και ανεξάρτητος. Το να μην μπορώ να ικανοποιήσω μια τόση απλή μου επιθυμία πώς αλλιώς να με έκανε να νιώσω;
Σε λίγους μήνες η σύμβαση με την οποία εργάζεται ο Σωτήρης λήγει. Θα αναγκαστεί να ξεκινήσει ξανά την αναζήτηση εργασίας. Όταν τον ρωτήσαμε για τα σχέδιά του μας είπε πως για τον ίδιο ή μόνη πιθανή λύση είναι να συνεχίζει να εργάζεται στην ίδια υπηρεσία, ωστόσο αυτό δεν είναι εφικτό. Πιστεύει ότι μόνη εναλλακτική είναι να κάνει αυτό «που σιχαίνεται να κάνει» , να καταφύγει δηλαδή στο παλιό, βαθιά ριζωμένο στην ελληνική κοινωνία, «μέσο». Που κι αυτό ακόμη για τον ίδιο δεν αποτελεί επιλογή, όπως εξομολογείται. Σκέφτεται λοιπόν την πιθανότητα του εξωτερικού.

Ο Σωτήρης είναι ένα από τα εκατοντάδες χιλιάδες άτομα με ειδικές ανάγκες εκεί έξω που βιώνουν κάποια μορφή αποκλεισμού. Πλήθος περιστατικών έρχονται στο φως, από τα πιο απλά και καθημερινά στα πιο σύνθετα και περίπλοκα. Στάθμευση σε θέσεις ΑμεΑ, κάπνισμα σε κλειστούς χώρους, ακόμα και σε δημόσιες υπηρεσίες, καταλήψεις σχολείων με μοναδικό αίτημα να απομακρυνθούν μαθητές που αντιμετωπίζουν κάποια δυσλειτουργία, κακοποίηση παιδιών με ειδικές ανάγκες σε σχολεία, άρνηση φοίτησης σε πανεπιστήμια, κλειστές πόρτες για εργασία, απολύσεις. Όλα ενδεικτικά την άρνησης της κοινωνίας να καλοδεχτεί στους κόλπους της άτομα με οποιασδήποτε μορφής αναπηρία.
Περίπτερο πάνω σε οδηγό πορείας τυφλών
Λύσεις υπάρχουν, σαφώς συνθέτες και δύσκολες ως προς την υλοποίησή τους και σίγουρα είναι αδύνατο να τις αναπτύξει κάποιος σε λίγες γραμμές. Κεντρική ιδέα, πάντως, είναι η ευαισθητοποίηση της κοινωνίας, μέσα από μια διαδικασία συνεχούς εκπαίδευσης και ενημέρωσης των πολιτών και επιμόρφωσης των αρμοδίων φορέων. Αν δεν αλλάξουμε εμείς, δεν θα αλλάξει ποτέ η χώρα στην οποία ζούμε.
www.esamea.gr
www.maxmag.gr

Related Posts