Nόσος καρωτίδας και ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο

Το εγκεφαλικό επεισόδιο αποτελεί την τρίτη σε συχνότητα αιτία θανάτου στην Αμερική. 

 Περίπου το 10% των ανθρώπων με ηλικία άνω των 65 ετών έχει στένωση στην καρωτίδα, ενώ αν συνυπάρχει στεφανιαία νόσος ή αρτηριοπάθεια στα κάτω άκρα, το ποσοστό αυτό εκτοξεύεται.
Η έσω καρωτίδα είναι μια σημαντική αρτηρία του ανθρώπινου σώματος, διότι μεταφέρει αίμα, πλούσιο σε οξυγόνο, στον εγκέφαλο.
 Η αρτηρία αυτή βρίσκεται στον τράχηλο (λαιμό). Ένα από τα συχνότερα προβλήματα που σχετίζονται με την καρωτίδα αρτηρία είναι η στένωσή της, που οφείλεται στη δημιουργία αθηρωματικής πλάκας εντός αυτής.
Με τον τρόπο αυτό, η στένωση ελαττώνει την παροχή αίματος στον εγκέφαλο. Παράλληλα υπάρχει κίνδυνος είτε να αποκολληθεί τμήμα της αθηρωματικής πλάκας και να κατευθυνθεί προς τον εγκέφαλο είτε να αποφραχθεί πλήρως η αρτηρία, προκαλώντας ένα βαρύ ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο.
 Τα ποσοστά θανάτου λόγω εγκεφαλικών επεισοδίων είναι υψηλά και κυμαίνονται μεταξύ 10 και 30%. Υπολογίζεται, ότι περίπου οι μισοί ασθενείς που υπέστησαν ένα εγκεφαλικό επεισόδιο, θα υποστούν και δεύτερο, μέσα στην επόμενη πενταετία.
Οι κυριότεροι παράγοντες, που ευνοούν τη δημιουργία αθηρωματικής πλάκας στις καρωτίδες είναι το κάπνισμα, ο σακχαρώδης διαβήτης, η υπέρταση και η υψηλή χοληστερίνη.
 Αυτό σημαίνει, ότι όσο περισσότερους από αυτούς τους παράγοντες έχει ένας ασθενής τόσο αυξάνει η πιθανότητα ύπαρξης στένωσης στην καρωτίδα και συνεπώς η πιθανότητα εγκεφαλικού.
Κάποιες φορές μια σημαντική στένωση στην καρωτίδα εκδηλώνεται με κάποια πρώιμα συμπτώματα, όπως μούδιασμα ή δυσκολία στην κίνηση του χεριού ή του ποδιού, δυσκολία στην ομιλία, ξαφνική και παροδική απώλεια της όρασης κ.ά.
 Κάποιες άλλες φορές, δυστυχώς, η πρώτη εκδήλωση της στένωσης είναι ένα βαρύ εγκεφαλικό επεισόδιο. Κατά συνέπεια, είναι σημαντικό, οι ασθενείς που εμφανίζουν ξαφνικά πρώιμα συμπτώματα, ιδίως εκείνοι που πάσχουν από διαβήτη, υπέρταση, υψηλή χοληστερίνη και καπνίζουν, να γνωρίζουν την πιθανότητα ύπαρξης στένωσης στην καρωτίδα και να απευθύνονται άμεσα στον αγγειοχειρουργό, ώστε να διαγιγνώσκει τη στένωση και να εξετάζει τις θεραπευτικές λύσεις, που είναι καλύτερες για τον κάθε ασθενή.
Η διάγνωση της στένωσης στην καρωτίδα βασίζεται στην κλινική εξέταση και τη διενέργεια έγχρωμου υπερηχογραφήματος (τρίπλεξ).
 Ανάλογα με το βαθμό της στένωσης και την ύπαρξη συμπτωμάτων η θεραπεία μπορεί να είναι συντηρητική (με φαρμακευτική αγωγή) ή χειρουργική.
 Αν ο αγγειοχειρουργός κρίνει με βάση τα διεθνή δεδομένα, ότι ο ασθενής πρέπει να χειρουργηθεί, τότε εξετάζεται το είδος της επέμβασης, που στην πλειοψηφία των περιπτώσεων είναι η ανοιχτή επέμβαση, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις θα μπορούσε να είναι ενδαγγειακή, με τοποθέτηση στέντ.
 Στην ανοιχτή επέμβαση, η καρωτίδα ανοίγεται και αφαιρείται χειρουργικά η πλάκα από το εσωτερικό της, ενώ αντίθετα στην ενδαγγειακή η πλάκα δεν αφαιρείται αλλά συμπιέζεται στο τοίχωμα της αρτηρίας από το στέντ, οπότε το αίμα περνάει πιο ομαλά από το σημείο της στένωσης.
Προφανώς κάθε περίπτωση ασθενή είναι ξεχωριστή και κατά συνέπεια η θεραπεία είναι εξατομικευμένη.
 Ο αγγειοχειρουργός αναλύει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της κάθε τεχνικής και έτσι αποφασίζεται ποιος είναι ο βέλτιστος τρόπος αντιμετώπισης του προβλήματος.
Γεώργιος Γαλανόπουλος MD, PhD, MSc

Related Posts