Δεκέμβριος: λαογραφία - παροιμίες- έθιμα - τραγούδια

Δεκέμβριος​, Δεκέμβρης, του Χριστού, Χριστός, Χριστουγεν​νιάτης, Χιονιάς, Χαμένος
Έχει ημέρες 31Η 21η του μήνα είναι η μικρότερη ημέρα του χρόνου, το «χειμερινό ηλιοστάσιο». Αντιστοιχεί προς τον Ποσειδώνα των αρχαίων.
Θεωρείται ο ψυχρότερος μήνας του χρόνου.
Πήρε αυτό το όνομα γιατί ήταν ο δέκατος στο ρωμαϊκό ημερολόγιο.
Η προσπάθεια να δοθεί μια ικανοποιητική ερμηνεία στο λατινικό αυτό όνομα, που διαλεκτικά λέγεται Δεκέμβρης και Δικέμβρης, κατέληξε στο συσχετισμό του με το επίθετο "δίκαιος".
Η έγνοια του αγροτικού λαού επικεντρώνεται στην καλλιέργεια των χωραφιών, οπότε είναι κατανοητό να σχετίζεται με αυτό η δημιουργία της νέας ετυμολογίας.
Έτσι προέκυψαν τα παρακάτω γνωμικά: "Δικέμβρης, δίκαια σπέρνε", "Δικέμβρης, δίκαια αν έσπειρες, αν έχεις κι άλλο σπέρνε".
Στη Μάνη, το επίθετο "δίκαιος" τοποθετείται σε νέα βάση για την ερμηνεία του ονόματος του μήνα. Και αυτό, επειδή είναι περιοχή άγονη, με λίγο χώμα.
Αναζητώντας μια νέα βάση λοιπόν, δημιουργείται ο συνειρμός της ονομασίας με τη "δίκαιη" ενέργεια του μήνα να φέρει τα χιόνια.
Έτσι προκύπτει το γνωμικό: "Δικέβρης, δίκαια το κανε και ήρθε χιονισμένος!".
Στην Αράχοβα του Παρνασσού λέγεται και Χαμένος.
Υπάρχουν δύο εκδοχές για την ερμηνεία αυτού του ονόματος: είτε επειδή λόγω των άσχημων καιρικών συνθηκών ο κόσμος δεν πηγαίνει στις δουλειές, συνεπώς πάει χαμένος ο μήνας, είτε επειδή μαζί με τον τελευταίο αυτό μήνα χάνεται ο χρόνος.
Κάποιες ονομασίες του Δεκέμβρη έχουν προκύψει από τις γιορτές του, όπως στο Καστελόριζο τον λένε Αϊ - Νικολιά, από την αντίστοιχη γιορτή, και στη Ρόδο Χριστουγεννιάρη.
*  Εορτολόγιο:
Βαρβάρας Μεγαλομάρτυρος, Σάββα Αγιασμένου, Νικολάου Αρχιεπισκόπου Μύρων,Σύλληψη  Αγ.Άννας, Μηνά Καλλικέλαδου, Σπυρίδωνος Θαυματουργού, Ευστρατίου, Ελευθερίου Ιιερομάρτυρος, Διονυσίου Ζακύνθου, Αναστασίας της Φαρμακολυτρίας, Ευγενίας Οσιομάρτυρος, Γέννηση Ιησού Χριστού, Στεφάνου Πρωτομάρτυρος.
*  Οικολογικές εργασίες:
-  Ανθοκομία
Κλαδεύουμε όλα τα θαμνώδη και καλλωπιστικά φυτά. Μεταφέρουμε όσες γλάστρες μπορούμε σε ζεστά μέρη και όσες δεν μπορούμε τις σκεπάζουμε για να τις προφυλάξουμε από το κρύο.
Φυτεύουμε χρυσάνθεμα, γαρίφαλλα και καμπανούλες.
-  Λαχανοκομία
Σπέρνουμε σπανάκι, ραδίκια και ραπανάκι. Μαζεύουμε σέλινο, πράσα, λάχανα και κουνουπίδι.
Οι καρποί του Χειμώνα ΕΔΩ
*  Διαθεσιμότητα φρούτων, λαχανικών και ψαρικών.
-  Λεμόνια, μανταρίνια,πορτοκάλια,  καρότα, κουνουπίδι, σέλινο, σπανάκι, αβοκάντο, αχλάδια, μήλα, ρόδι, αγκινάρες, αντίδια, βρούβες, κρεμμύδι, λάχανο, μαρούλια, πατάτες, παντζάρια, πικροράδικο, πράσα, ραδίκια, τσουκνίδες.
-  Γόπα, τσιπούρα, σαργός, χταπόδι, κουτσομούρα, βραστόψαρα, γλώσσα, καλαμάρι, λυθρίνι, μπαρμπούνι, σαφρίδι, στρείδια, συναγρίδα, σφυρίδα, μαρίδα, χειλού.
Παροιμίες

"Χιόνι του Δεκεμβρίου, χρυσάφι του καλοκαιριού"
Άγια Βαρβάρα μίλησε κι ο Σάββας αποκρίθη: «Μαζέψτε ξύλα κι άχυρα και σύρτε και στο μύλο, γιατί ο Αι-Νικόλας έρχεται με χιόνια φορτωμένος».
[Ελληνική]
Αν πρωιμίσει η μυγδαλιά κι ανθίσει το Δεκέμβρη,
βαρύς χειμώνας κι όψιμος θε νά 'ρθει να μας εύρει.
[Ελληνική]
Δεκέμβρη με τα κρύα σου και πώς θα ξεκρυώσω.
[Ελληνική]
Δεκέμβρη μου, με πάγωσες
και πώς να ξεπαγώσω;
Μήνα μου σαρακοστιανέ
καλέ, Χριστουγεννιάτη!
[Ελληνική]
Δεκέμβρης και δεν έσπειρες, λίγο σιτάρι θα ’χεις.
[Ελληνική]
Δεκέμβρης μας επλάκωσε, το κρύο μας φαρμάκωσε.
[Ελληνική]
Δεκέμβρης με γιορτές, Χριστουγέννων διακοπές.
[Ελληνική]
Δεκέμβρης Χριστού γέννηση κι ο καλός μας χρόνος.
[Ελληνική]
Μπήκε ο Δεκέμβρης; Δίκαιος όποιος έσπειρε.
[Αραβική]
Το τραγούδι με τον τρύγο το Δεκέμβρη παραμύθι.
[Ελληνική]
Χιόνι του Δεκεμβρίου, χρυσάφι του καλοκαιριού. (ή χρυσάφι τ’ Αλωνάρη)
[Ελληνική]
Ως τ’ Αγίου Νικόλαου οι τοίχοι βράζουνε κι ύστερα ξυλιάζουνε.
[Ελληνική]
ΕΡΓΑΣΙΕΣ:
Επιδιόρθωση στάβλων.
Καθάρισμα χωραφιών από θάμνους.
Φυτεύουνε κρεμμυδάκια.
Σκέπασμα κυψελών.
Αρχίζει η γαλακτοπαραγωγή.
Τελειώνει το καθάρισμα του κρασιού κι ανοίγουν τα βαρέλια.
ΕΘΙΜΑ-ΠΡΟΛΗΨΕΙΣ:
ΟΙ ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ: Τους συναντάμε με πολλά ονόματα: καλιβρούσηδες, καλακάντζουρα, λυκοκάντζαροι, κακανθρωπίσματα, παγανά & εξαποδώ.
Όντα δαιμονικά, άσχημοι, μαύροι, με μάτια κόκκινα, τριχωτοί, με πόδια τραγίσια, ήταν τα κυρίαρχα όντα του Δωδεκαημέρου, πειράζοντας τους ανθρώπους από την παραμονή των Χριστουγέννων, όταν αφήνοντας τα έγκατα της γης, έβγαιναν στο απάνω κόσμο, μέχρι την παραμονή των Θεοφανίων, οπότε περίτρομοι έφευγαν στην παρουσία του παπά που άγιαζε. Όλο τον χρόνο πολεμούν με τα τσεκούρια να κόψουν το δέντρο που βαστάει τη γη, όταν όμως πλησιάζει η στιγμή που θα το κόψουν τελείως, μια τσεκουριά μένει, βγαίνουν στη γη να κάνουν σκανδαλιές, περιμένοντας ότι θα πέσει πια μόνο του, όμως γεννάται ο Χριστός και αμέσως το δέντρο ξαναγίνεται.
Μπαίνουν στα σπίτια απ’ τις καμινάδες που η φωτιά τους έχει σβήσει.
Αρχηγός τους είναι ο Μαντρακούκος, που είναι κουτσός κι άγριος και ο πιο επικίνδυνος απ’ όλη την ομάδα. Ακολουθεί ο Μαγάρας, με την τεράστια κοιλιά του, ο οποίος μαγαρίζει όλα τα φαγητά και τα γλυκά. Επίσης έρχεται ο Κωλοβελόνης, που είναι αδύνατος και σουβλερός σα μακαρόνι και περνά από κλειδαρότρυπες και χαραμάδες. Άλλος είναι ο Κοψαχείλης με τεράστια κοφτερά δόντια, που κρέμονται από το στόμα του. Κανένας δεν μοιάζει με τον άλλο και έχει ο καθένας το κουσούρι του.
Για να εξευμενίσουν οι άνθρωποι τα πειρακτικά αυτά πλάσματα, άφηναν γλυκά σ’ ένα σημείο του σπιτιού ή προσπαθούσαν να τα κάνουν ακίνδυνα, με διάφορους τρόπους. Τοποθετούσαν π.χ. ένα κόσκινο μπροστά από την πόρτα του σπιτιού, ώστε μέχρι να μετρήσει ο καλικάντζαρος από περιέργεια τις τρύπες, να λαλήσει ο πετεινός, οπότε αυτοί έτρεχαν να εξαφανιστούν.
Το αποτελεσματικότερο μέσο για να κρατηθούν μακριά οι καλικάντζαροι και κάθε άλλο δαιμόνιο θεωρήθηκε η φωτιά. Γι’ αυτό και όλο το Δωδεκαήμερο έμενε συνεχώς το τζάκι αναμμένο και μάλιστα με ξύλα αγκαθωτά (για να έχει η φωτιά μεγαλύτερη δύναμη). Παλιά οι γιαγιάδες έκαιγαν στα τζάκια παλιοτσάρουχα. Η άσχημη μυρωδιά τους έκανε τους καλικάντζαρους να φεύγουν.
Την ημέρα των Θεοφανίων πρέπει να φύγουν. Όταν ο παπάς αγιάζει φωνάζουν:
«Φεύγετε, να φεύγουμε, γιατί θα ‘ρθει ο παπάς
με την αγιαστούρα του και με τη βρεχτούρα του»
ΤΑ ΚΑΛΑΝΤΑ: Τα κάλαντα, όπως ξέρουμε, είναι τα δημώδη εορταστικά και θρησκευτικά άσματα, που τραγουδούσαν κατά τις γιορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς.
Από τη βυζαντινή εποχή ψέλνονταν κατά τον ίδιο τρόπο, όπως και σήμερα, από συντροφιές παιδιών, που γύριζαν από σπίτι σε σπίτι και έπαιρναν φιλοδωρήματα.
Η λέξη «κάλαντα» προέρχεται από το λατινικό CALENDA, που σημαίνει πρώτη εκάστου μηνός. Το δε γνωστό «εις τας ελληνικάς καλένδας» είναι ίσον με το «ουδέποτε», γιατί οι Έλληνες δεν είχαν καλένδας», αλλά μόνον οι Ρωμαίοι. Από κει προήλθε και η νέα λέξη κάλαντα, που ψέλνονται κάθε παραμονή πρωτοχρονιάς.
Τα σημερινά κάλαντα, που ψέλνονται, καθώς και τα λοιπά θρησκευτικά άσματα, έχουν στενή συγγένεια με την αρχαία λατρεία ή τα παλαιά έθιμα της ομηρικής εποχής και των μετέπειτα χρόνων. Έχουν το ίδιο θέμα προς τα σημερινά κάλαντα, ως προς την σύνθεση, τον χαρακτήρα και την ουσία των συναισθημάτων που εκδηλώνονται. Η διαφορά μεταξύ των σημερινών και των αρχαίων σχετικών τραγουδιών είναι, ότι ο τρόπος της εκδηλώσεως των σημερινών είναι πιο ζωηρός. Το αξιοπερίεργο είναι ότι τόσο στα αρχαία όσο και στα σημερινά τραγούδια, οι έπαινοι και τα εγκώμια είναι ίδια και ίδιες οι ευχές για την ευτυχία του σπιτιού, που απευθύνονται από τους μικρούς ψάλτες της πατρίδας μας.
Τα παιδιά από νωρίς άρχιζαν, συντροφιές - συντροφιές να περιέρχονται τα σπίτια, για τα κάλαντα και να φιλοδωρούνται με πεντάρες, δεκάρες και σπάνια εικοσάλεπτα, τα οποία τότε είχαν αξία. Αργότερα τα φιλοδωρούσαν πενηντάλεπτα ή δραχμές. Τους πρόσφεραν επί πλέον και γλυκίσματα.
Την ημέρα της Πρωτοχρονιάς, μετά τη λειτουργία και πάλιν θα περιέλθουν όλα τα σπίτια - εκτός από εκείνα που είχαν πένθος. Την βασιλόπιτα την έκοβαν το μεσημέρι, οπότε και μοιράζονταν τα δώρα στα παιδιά. Λίγες οικογένειες, μετά τα μεσάνυκτα, με την ανατολή του νέου έτους και αφού έσβηναν και άναβαν τα φώτα και έψαλλαν τα κάλαντα όλοι οι παρευρισκόμενοι «εν χορώ» και αφού αντάλλαζαν τις αρμόζουσες ευχές, έκοβαν τη βασιλόπιτα, σε τόσα τεμάχια όσα και τα παριστάμενα πρόσωπα. Ενώ η πίττα που θα έκοβαν το μεσημέρι της πρωτοχρονιάς περιοριζόταν στα μέλη της οικογενείας και μόνον. Συντροφιές νέων περιέρχονταν τα σπίτια και έψαλλαν τα κάλαντα του Αγίου Βασιλείου με ανάλογα παινέματα, με επωδό: «Εμείς δεν ήρθαμε εδώ να φάμε και να πιούμε Μόνο σας αγαπούσαμε κι ήρθαμε να σας δούμε».


Related Posts