Τεστ: το πιάτο με το σκουλήκι

Μόλις έχετε ολοκληρώσει κάποιο σεμινάριο ψυχολογίας και σας καλούν να συμμετέχετε σ’ ένα ψυχολογικό πείραμα. Δέχεστε και κατευθύνεστε προς το εργαστήριο όπου σας υποδέχεται ο πειραματιστής με ιατρική ποδιά και τις σημειώσεις του στο χέρι και σας εξηγεί πως ο σκοπός του πειράματος είναι «η κατανόηση των επιπτώσεων συγκεκριμένων καθηκόντων στις φυσιολογικές αντιδράσεις».
Πίσω του διακρίνετε σε ένα τραπέζι μια σειρά από καλυμμένα ποτήρια στη μια άκρη και στην άλλη ένα ψόφιο σκουλήκι μέσα σε ένα πιάτο, μαχαιροπίρουνα, πετσετούλα, ποτήρι με νερό…
Ο πειραματιστής σας υπενθυμίζει τα δικαιώματά σας λέγοντας πως η συμμετοχή είναι εθελοντική και μπορείτε οποιαδήποτε στιγμή να εγκαταλείψετε το πείραμα. Ανατρέχει στα χαρτιά του και αποφαίνεται πως εσείς δεν θα κάνετε το πείραμα με την αξιολόγηση του βάρους των καλυμμένων ποτηριών, αλλά το άλλο, …με το σκουλήκι!
«Συμπληρώστε αυτό το ερωτηματολόγιο και σε δέκα λεπτά επιστρέφω» λέει, κι εξαφανίζεται πίσω από μια πόρτα, αφήνοντάς σας με το επικείμενο γεύμα σας.
Το ερωτηματολόγιο περιλαμβάνει ερωτήσεις όπως «πόσο γενναίος είστε;» και «πιστεύετε ότι σας αξίζει να υποφέρετε;»
Τα δέκα λεπτά περνούν γρήγορα και ο πειραματιστής επιστρέφει για να σας ανακοινώσει πως έχει γίνει κάποιο λάθος και πως μπορείτε εσείς να επιλέξετε ποιο πείραμα προτιμάτε.
Τι κάνετε τώρα που έχετε το προνόμιο της επιλογής; Τρώτε το σκουλήκι ή ζυγίζετε τα ποτήρια;
Το πείραμα των Comer, R. και Laird, J. D. (1975), έδειξε πως η πλειοψηφία των συμμετεχόντων, σε ανάλογες περιστάσεις, επιλέγει το σκουλήκι ακόμη και όταν, εκ των υστέρων, δίδεται η δυνατότητα επιλογής! Αν η δυνατότητα επιλογής δοθεί από την αρχή του πειράματος, η πλειοψηφία των συμμετεχόντων επιλέγει το ουδέτερο πείραμα.
Φαίνεται λοιπόν πως η περίοδος αναμονής, μαζί με την βεβαιότητα μιας επικείμενης δυσάρεστης εμπειρίας, επηρεάζει καθοριστικά την απόφαση των υποκειμένων.
Οι επιστήμονες κατέληξαν πως τα υποκείμενα εκλογικεύουν την περίσταση με έναν από τους παρακάτω τρόπους:
1. «Μου αξίζει να υποφέρω. Έχω κάνει πράγματα για τα οποία ήρθε η ώρα να πληρώσω»
2. «Είμαι γενναίο άτομο. Μπορώ να φάω ένα σκουλήκι για χάρη της επιστήμης»
3. «Έχω ακούσει πως τα σκουλήκια είναι πλούσια σε πρωτεΐνες»
Όσοι δηλαδή προσάρμοσαν την εικόνα τους ή την άποψή τους σύμφωνα με την περίσταση, εκλογικεύοντας το γεγονός, είχαν περισσότερες πιθανότητες να καταναλώσουν τελικά το σκουλήκι.
Συνοψίζοντας, οι συμμετέχοντες στη μελέτη αυτή ήταν πιθανότερο να επιλέξουν να υποφέρουν όταν περίμεναν εξαρχής πως θα υποφέρουν, επειδή ενδεχομένως είχαν συμβιβαστεί με το φαινομενικά αναπόφευκτο της μοίρας τους, ενισχύοντας ή υποτιμώντας τον εαυτό τους ή πείθοντάς τον πως η κατάσταση δεν είναι τελικά και τόσο δυσάρεστη.

Τα ευρήματα αυτά έχουν πολλές προεκτάσεις και δεν περιορίζονται στην …κατανάλωση σκουληκιών. Όπως επισημαίνουν οι ερευνητές, ίσως μας βοηθούν να κατανοήσουμε γιατί κάποιοι άνθρωποι δέχονται με μεγαλύτερη ευκολία τις άσχημες καταστάσεις και την κακή αντιμετώπιση, θεωρώντας πως σε έναν «δίκαιο και ιδανικό κόσμο» τους αξίζουν αυτά που τους συμβαίνουν.
Κάποιοι αναγνώστες ίσως αναγνωρίζουν ακόμη και την Ελληνική κοινωνία της εποχής της κρίσης.
Η πίστη πως όλα συμβαίνουν για κάποιο λόγο, μπορεί να είναι παρήγορη σε κάποιες περιπτώσεις, σε κάποιες άλλες περιπτώσεις όμως, αναστέλλει τη δράση μας προς επίλυση των προβλημάτων που μας ταλαιπωρούν, ειδικά όταν το μαρτύριο δεν είναι αναπόφευκτο (όπως στο πείραμα που η συμμετοχή ήταν εθελοντική).
Υπάρχουν πάντως ορισμένα ερωτήματα που αυτή η μελέτη δεν κατάφερε να απαντήσει. Για παράδειγμα, ποιες είναι οι διαφορές στην προσωπικότητα και το βίο που μπορεί να προδιαθέτουν ορισμένους ανθρώπους να πάρουν μια απαξιωτική απόφαση («το αξίζω αυτό»), ή μια ενισχυτική απόφαση («είμαι γενναίος»), απέναντι σε μια αναμενόμενη ταλαιπωρία; Και τι συμβαίνει με την μεγάλη μειονότητα των συμμετεχόντων που δεν άλλαξαν την άποψή τους και αρνήθηκαν κατηγορηματικά το σκουλήκι;
Φαίνεται να είναι οι πιο λογικοί από τους συμμετέχοντες, σύμφωνα με τους συντάκτες της έρευνας, αν και θα μπορούσε κανείς να υποθέσει πως σε ορισμένες περιπτώσεις, όταν το βάσανο είναι πράγματι αναπόφευκτο, η προσέγγισή τους είναι παράλογη. Σε μια επίσκεψη στον οδοντίατρο, για παράδειγμα, μάλλον δεν είναι κακό να πείσετε τον εαυτό σας πως είστε γενναίος και πως το σφράγισμα δεν είναι τελικά και τόσο οδυνηρό.
Η πεποίθηση όμως πως μας αξίζει να υποφέρουμε, μπορεί άραγε να μας είναι ποτέ χρήσιμη;
Εσείς, πόσα σκουλήκια …κατάπιατε αμάσητα σήμερα;
*Η Γνωστική Δυσαρμονία (Cognitive Dissonance) είναι το δυσάρεστο αίσθημα που προκαλείται από την υποστήριξη δύο αντιφατικών ιδεών ταυτόχρονα. Οι επίμαχες «ιδέες» ή «γνωστικές διεργασίες» μπορεί να περιλαμβάνουν στάσεις και πεποιθήσεις, καθώς επίσης και την επίγνωση της συμπεριφοράς του ατόμου. Η θεωρία της γνωστικής δυσαρμονίας υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι έχουν μια κινητήρια παρόρμηση να μειώσουν την δυσαρμονία είτε με το ν’ αλλάζουν την νοοτροπία τους, τις πεποιθήσεις τους, και τις συμπεριφορές τους, είτε με το να αιτιολογούν ή να εξορθολογίζουν αυτές τις στάσεις, τις πεποιθήσεις, και τις συμπεριφορές.
isiliel.weebly.com

Related Posts