Γιακούζα: Η μαφία με το φιλάνθρωπο προσωπείο

Στους δρόμους του Τόκιο, μίας μητρόπολης σχεδόν 14 εκατομμυρίων ψυχών, μπορεί κανείς να γίνει μάρτυρας κάτι πρωτοφανούς – τουλάχιστον στα μάτια ενός δυτικού: Μικρά παιδάκια – τόσο μικρά που ενστικτωδώς στρέφεις το κεφάλι για να εντοπίσεις το συνοδό τους – ηλικίας όχι πάνω από 6 – 7 χρόνων, να κυκλοφορούν μόνα στις μεγάλες λεωφόρους με τη σάκα στην πλάτη και την κυανόλευκη στολή τους προς ή από το σχολείο τους.
Ανάλογη η έκπληξη, αν και όχι τόσο σοκαριστική, στα καφέ ή τα εστιατόρια της πόλης, όπου μπορεί κανείς να αφήσει τα πράγματά του σε μία καρέκλα για να παραγγείλει, να πάει στην τουαλέτα ή απλώς να κρατήσει τη θέση, χωρίς να βασανίζεται από την αγωνία για το αν θα τα ξαναβρεί, επιστρέφοντας.

Πορτοφόλια, χρήματα και παντός είδους «απολεσθέντα» χάνονται μόνο προσωρινά. Ενδεικτικό της αφοπλιστικής εντιμότητας του Ιάπωνα το γεγονός ότι μόνο το 2014 και μόνο στο Τόκιο, οι πολίτες εντόπισαν και παρέδωσαν 3,34 δισεκατομμύρια γιεν, κοινώς 36 εκατομμύρια δολάρια – εκ των οποίων τα ¾ κατέληξαν στους ιδιοκτήτες τους.

Είναι μεταξύ των ιαπωνικών φαινομένων που προκαλούν στον (μη μυημένο στην ιαπωνική ιδιαιτερότητα) ταξιδιώτη αρχικά ένα μίνι πανικό, στη συνέχεια μεγάλη απορία και, τελικά, βαθύ θαυμασμό.
Στη μέση ο «Κουμίτσο», ο αρχινονός της οργάνωσης που περιβάλλεται από το νούμερο 2 και νούμερο 3 στην ιεραρχία. Ο Κουστέρ περιγράφει ως «εξωπραγματική» τη στιγμή που τον συνάντησε, καθώς ο αρχηγός της Γιακούζα δεν κάνει δημόσιες εμφανίσεις και είναι πάντα προστατευμένος από τους σωματοφύλακές του – Πηγή: ANTON KUSTERS - ODO YAKUZA TOKYO (THIRD EDITION)
Γιακούζα ή, αλλιώς, ένα sui generis ιαπωνικό φαινόμενο
Δεν είναι μόνο η τιμιότητα, το εθνικό γνώρισμα – μεταξύ άλλων – του Ιάπωνα, και η εγγενής νομιμοφροσύνη που εξασφαλίζει αυτό το αίσθημα ασφάλειας. Είναι και το ότι το λεγόμενο «έγκλημα του δρόμου» κυμαίνεται σε (πρωτοφανώς) χαμηλά ποσοστά στη χώρα. Πολλοί (πολίτες, δημοσιογράφοι, ακόμα και η ιαπωνική αστυνομία) αποδίδουν το φαινόμενο στην ύπαρξη της ιαπωνικής μαφίας, της Γιακούζα.
«Στη Γιακούζα επιτρέπεται να λειτουργεί στην Ιαπωνία εδώ και δεκαετίες διότι κάθε συνδικάτο της τηρεί έναν κώδικα δεοντολογίας που αποτρέπει τη διατάραξη της δημόσιας τάξης ή τη πρόκληση της δημόσιας ασφάλειας», εξηγεί στον Guardian ο Τζέικ Άντελσταιν (Jake Adelstein), δημοσιογράφος, συγγραφέας και μπλόγκερ που έχει περάσει το μεγαλύτερο μέρος της καριέρας του στην Ιαπωνία. Πρόκειται για ένα βαθιά αντιφατικό ιαπωνικό φαινόμενο: Ζουν στην αντίπερα πλευρά του νόμου, κι όμως κυκλοφορούν ελεύθερα. Η δράση τους τους καθιστά κοινούς εγκληματίες, κι όμως ο κόσμος τούς υπολήπτεται και η πολιτική και επιχειρηματική εξουσία τούς χρειάζεται. Εκφοβίζουν, εκβιάζουν, «καθαρίζουν» παντοιοτρόπως, κι όμως τα εγκλήματά τους διέπονται από έναν ιπποτισμό, μία λεπτή αβρότητα, μία τελετουργική πειθαρχία. Χωρίς κανείς να τρέφει ψευδαισθήσεις για το τι είναι και το τι κάνουν, χωρίς κανείς να τους δίνει άφεση αμαρτιών, οι Γιακούζα αποτελούν λειτουργικό κομμάτι της ιαπωνικής κοινωνίας – είτε από φόβο είτε ως αναγκαίο κακό.

«Αυτό που περίμενα να δω ήταν ένας κόσμος βγαλμένος από το Kill Bill. Όπου άνθρωποι τρέχουν με σπαθιά, αποκεφαλίζοντας άλλους, αίμα να ρέει στους δρόμους. Όλα αυτά λόγω άγνοιας. Αυτό που συνάντησα ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό. Έναν κόσμο διακριτικό που στηριζόταν στην πίεση, στην πειθαρχία, την καθαρότητα και τον έλεγχο. Πολύ περισσότερο απ’ότι στην πραγματική βία», παραδέχεται, μεταξύ άλλων, ο Άντον Κουστέρ (Anton Kuster), Βέλγος δημοσιογράφος, που πέρασε δύο χρόνια στα άδυτα ενός συνδικάτου της οργάνωσης, καταγράφοντας τη ζωή, τους κώδικες, τις σχέσεις των μελών της.
Γιακούζα – ή όπως λέμε «καμμένο χαρτί»
Στο hana kuda, το ιαπωνικό black jack, το φύλλο που κερδίζει δεν είναι το 21 αλλά το 19. Το χειρότερο χαρτί που μπορεί να τραβήξει κανείς είναι το 8 (Ya) 9 (Ku) 3 (Za). Το «καμμένο χαρτί» – σε κοινωνική αναλογία αυτός που περισσεύει, ο απόβλητος, ο παρίας – σημειολογικά «βάπτισε» την οργάνωση. Οι εικασίες για τις ρίζες των Γιακούζα είναι πολλές και αμφιλεγόμενες - μία από αυτές τους θέλει να προέρχονται από τους Σαμουράι χωρίς αφέντη (Ρόνιν) τού 17ου αιώνα.

Σύμφωνα με την αστυνομική υπηρεσία της Ιαπωνίας, αυτή τη στιγμή στη χώρα υπάρχουν 21 κύρια συνδικάτα με πάνω από 53.000 μέλη. Τα τρια μεγαλύτερα είναι το Γιαμαγκούτσι γκούμι (Yamaguchi – gumi) από το Κόμπε, το Ιναγκουάουα – κάι (Inagawa – kai) από το Μινάτο του Τόκιο και το Σουμιγιόσι – κάι (Sumiyoshi – kai), επίσης από το Μινάτο του Τόκιο. Πρόκειται για ημι – νόμιμες οργανώσεις που υπάγονται σε ειδικό νομικό πλαίσιο λειτουργίας και ελέγχονται από το κράτος. Οι (περισσότερες από τις) δραστηριότητές τους (παράνομος τζόγος, ξέπλυμα χρήματος, εκβιασμοί, τοκογλυφία, εμποριο ναρκωτικών και λευκής σαρκός, συμβόλαια θανάτου) είναι παράνομες, ωστόσο οι Γιακούζα διατηρούν και νόμιμες εταιρείες: Έχουν νόμιμα γραφεία, οι διευθύνσεις των εδρών τους παρατίθενται στην ιστοσελίδα της Εθνικής Αστυνομικής Υπηρεσίας (National Police Agency), τα τηλέφωνά τους βρίσκονται στον τηλεφωνικό κατάλογο, μοιράζουν επαγγελματικές κάρτες, εκδίδουν περιοδικό και manga – συνήθως με θέμα τη ζωή και τα «κατορθώματα» των μελών τους.

«Η Ιαπωνία ακολουθεί μία ενδιαφέρουσα προσέγγιση απέναντι στο οργανωμένο έγκλημα, μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Δεν κήρυξε εκτός νόμου την οργάνωση που επιμένει να αυτοαποκαλείται ανθρωπιστική με βαθιές ρίζες στην ιαπωνική κουλτούρα. Τουναντίον. Η κυβέρνηση έχει αναγνωρίσει το δικαίωμα ύπαρξής της, περιορίζοντάς τη σε ένα ολοένα και πιο αυστηρό νομικό πλαίσιο λειτουργίας», επισημαίνει ο Αντελστάιν.
Βάσει του ιαπωνικού νόμου, τα μέλη της ιαπωνικής μαφίας δεν επιτρέπεται να επιδεικνύουν τα ολόσωμα τατουάζ τους δημοσίως, εκτός από το παραδοσιακό φεστιβάλ Σάντζα Ματσούρι (Sanja Matsuri), στην Ασάκουσα, το «Μοναστηράκι» του Τόκιο. Πηγή: Wikipedia
Irezumi – Η τέχνη των ολόσωμων τατουάζ

Το δυτικό ντύσιμο, τα μαύρα γυαλιά, τα αγέλαστα πρόσωπα, οι γυαλισμένες λιμουζίνες και η καλοντυμένη κουστωδία είναι σημάδια που θα έκαναν έναν τουρίστα με στοιχειώδη παρατηρητικότητα, να αναγνωρίσει ένα Γιακούζα. Αυτό που θα πρόδιδε, πέρα από κάθε αμφιβολία, έναν Γιακούζα είναι τα περίφημα ιρεζούμι (irezumi): Τα καλλιτεχνικά, σχεδόν ολόσωμα τατουάζ, κάτω από τα ακριβά κουστούμια, με θέματα όπως δράκοι, γυναίκες, βουνά... Η εξαιρετικά επώδυνη μέθοδος δερματοστιξίας αντανακλά την αντοχή, τη γεναιότητα καθώς και την αποφασιστικότητα να ξεχωρίζει από τους πολλούς αυτός, του οποίου το δέρμα κοσμεί.
Το irezumi αποτελεί «ταυτότητα» για τον εκάστοτε Γιακούζα. Πολύ περισσότερο, όμως, για τον μετανοημένο Γιακούζα, ο οποίος στα μάτια της κοινωνίας, φέρει για πάντα το «στίγμα» ενός ασυγχώρητου παρελθόντος. Η προκατάληψη στην χώρα των χρυσανθέμων παραμένει βαθιά. Ακόμα και σήμερα, στην Ιαπωνία του 2016, η είσοδος σε κάποια δημόσια λουτρά ή dojo απαγορεύεται σε ανθρώπους που, για λόγους κουλτούρας ή γούστου, φέρουν τατουάζ στο σώμα τους. Δε λείπουν και οι περιπτώσεις ακραίας προκατάληψης, όπως εκείνη του δημάρχου της Οσάκα, Τόρου Χασιμότο (Toru Hashimoto), ο οποίος έθεσε βέτο στην πρόσληψη ανθρώπων με τατού, προτρέποντας είτε στην αφαίρεση των ανεξίτηλων καλλιτεχνημάτων με μελάνι από το δέρμα τους, είτε στην αναζήτηση εργασίας στον ιδιωτικό τομέα...
Το ακρωτηριασμένο αριστερό χέρι ενός Γιακούζα - 
Πηγή: ANTON KUSTERS - ODO YAKUZA TOKYO (THIRD EDITION)
Yubitsume σημαίνει ακρωτηριασμός δαχτύλου
Η ιεραρχία μεταξύ των μελών της οργάνωσης είναι απαρέγκλιτης αυστηρότητας. Όταν παρακαμφθεί ή αγνοηθεί, με τον έναν ή άλλον τρόπο, τα πράγματα είναι συγκεκριμένα. Το λιγότερο που μπορεί να υποστεί κάποιος για ανυπακοή, ατόπημα ή παράβαση των όσων ισχύουν, είναι το γιουμπιτσούμι (Yubitsume): Ο (αυτο) ακρωτηριασμός του μικρού δαχτύλου του χεριού που γίνεται ως δήλωση ειλικρινούς μεταμέλειας, εξιλέωσης για ένα ατόπημα, αποπληρωμής χρέους ή ακόμα και θυσίας για λογαριασμό υφισταμένου ή φίλου και βοηθά τον Γιακούζα να παραμείνει στην οργάνωση ή ζωντανός. Ο ακρωτηριασμός του ωτίτη είναι ιδιαίτερης σημειολογίας καθώς αχρηστεύει την ικανότητα του «παραβάτη» να χρησιμοποιήσει την κατάνα (ιαπωνικό σπαθί).
Αναλόγως αμείλικτες είναι οι ποινές όταν πλήττεται ο πολίτης. Η παραβίαση του ηθικού κώδικα που απαγορεύει στον εγκληματία να είναι μικροεγκληματίας του δρόμου συνεπάγεται, στην καλύτερη περίπτωση, την αποπομπή του «παραβάτη» από την εκάστοτε φατρία. Γιατί ο πολίτης, το κύτταρο της κοινωνίας, είναι υπεράνω όλων...
Μία γυναίκα σκυφτή κι ανήμπορη μπροστά από το τεράστιο αλιευτικό που έχει ξεβραστεί από τα θηριώδη κύματα του τσουνάμι σε περιοχή της Κεσενούμα, στο νομό Μιγιάγκι – Πηγή: Reuters
«Smooth criminals»
Χαρακτηριστική της επιχειρηματικής «επιδεξιότητας» των Γιακούζα θεωρείται η περιβόητη μέθοδος εκβιασμού, σοκάιγια (Sokaiya): Αρχικά, οι Γιακούζα αγοράζουν μερικές μετοχές μιας επιχείρησης – τόσες ώστε να τους εξασφαλίζουν τη συμμετοχή τους στις συνελεύσεις των μετόχων. Στη συνέχεια, συλλέγουν “ένοχες” πληροφορίες (από τα ερωτικά παραστρατήματα των διευθυνόντων συμβούλων έως τα επιλήψιμα κενά στις εργασιακές συνθήκες) για τα μεγαλοστελέχη της εταιρείας και επανέρχονται με το δίλημμα “ή πληρώνετε ή σας ξεμπροστιάζουμε”. Κάτι που, στην πραγματικότητα, δε συνιστά καν δίλημμα, δεδομένου του ότι στην Ιαπωνία η έννοια της τιμής είναι δυσπερίγραπτης ιερότητας και η ντροπή της ατίμωσης ένας ακραία απευκταίος φόβος.
Ο ανθρωπισμός στην υπηρεσία του συμφέροντος

Η Γιακούζα αυτοπροβάλλεται ως μία «ανθρωπιστική οργάνωση». «Αναλάβαμε τους παρίες, τους διδάξαμε πειθαρχία και τους περιορίσαμε – τουλάχιστον δεν εμπλεκόμαστε στο έγκλημα δρόμου. Είμαστε ‘’ninkyo dantai’’ – ανθρωπιστικές οργανώσεις», λέει χαρακτηριστικά ένα υψηλόβαθμο στέλεχος στον Τζέικ Άντελστάιν.

Παρότι ζουν στη σκοτεινή πλευρά του νόμου και «τρέφονται» από την παρανομία, τα μέλη της Γιακούζα επιζητούν την κοινωνική αποδοχή, τροφοδοτόντας με παντός είδους κοινωνική προσφορά το ανθρωπιστικό προφίλ τους. Άλλωστε, πόσο εύκολο είναι για το κράτος να εκριζώσει, έχοντας στο πλευρό του την κοινή γνώμη, την ιαπωνική μαφία, μετά από τόσες επιδείξεις ανθρωπιστικής μεγαλοσύνης...;

Στο τσουνάμι που ακολούθησε τον τρομακτικό σεισμό του 2011 αλλά και στην καταστροφή του Κόμπε 1995 παρείχε προμήθειες και βοήθεια και, μάλιστα, πριν προλάβει να δράσει ο – παροιμιωδώς ετοιμοπόλεμος – κρατικός μηχανισμός.

Στο δίλημμα «καλόκαρδοι εγκληματίες ή τέρατα με κοστουμια» όπως τίθεται σε άρθρο του Japan Today, οι Ιάπωνες εξακολουθούν να εμφανίζονται διχασμένοι. Οι Γιακούζα ντύνονται ευπρεπώς, θεωρούνται ευυπόληπτοι, φέρονται με ευγένεια, έχουν παιδεία και αρχές που μπορεί να αποπροσανατολίζουν και να παραπλανούν. Κάποιοι πολίτες, είτε από φόβο είτε από άγνοια, αποδίδουν τον ανάλογο σεβασμό όταν συναντούν έναν Γιακούζα στο δρόμο. Κάποιοι άλλοι φτάνουν στο σημείο να ταυτίζονται μαζί τους, αναγνωρίζοντας μία κοινή αφετηρία ή πορεία στη ζωή που τους έκανε παλεύουν μόνοι να τα βγάλουν πέρα, δίχως (κρατική ή κοινωνική) βοήθεια. Άλλοι (οι περισσότεροι, τουλάχιστον φανερά) τούς αποκηρύσσουν ως στυγνούς εγκληματίες που αξιοποιούν την απροθυμία δράσης των αρχών, αποδίδοντας την κοινωνική προσφορά σε παντελώς ιδιοτελή κίνητρα.

Και πράγματι, όπως η ιστορία έχει δείξει, ο «ανθρωπισμός» αποδεικνύεται αρκούντως προσοδοφόρος... Λίγους μήνες μετά τον σεισμό του 2011, οι οργανώσεις της Γιακούζα αναλάμβαναν συμβάσεις εκατομμυρίων γιεν από την ιαπωνική κυβέρνηση για την αποκατάσταση των πληγεισών, από το τσουνάμι, περιοχών. Το μέγεθος της καταστροφής ήταν τέτοιo, ώστε αποδείχτηκε αδύνατο για τις αρχές να κρατήσουν τους Γιακούζα εκτός έργων αποκατάστασης – πολύ περισσότερο εφόσον λειτουργούσαν με «βιτρίνα» εταιρείες απολύτως νόμιμες.
Ενθύμιο μιας άλλης, ένοχης ζωής απέμεινε το κομμένο δάχτυλο στο χέρι ενός από τους «μετανοημένους» της Γιακούζα που κατάφερε να βγει αλώβητος – και κυρίως ζωντανός – από την κλειστή κοινότητα της οργάνωσης – Πηγή: CNN
Πολυετής πλην απρόθυμος ο πόλεμος κατά της Γιακούζα
Σε μία χώρα όπου η πειθαρχία είναι modus vivendi, το γράμμα του νόμου και η τήρησή του έχουν ιδιαίτερη αξία. Αυτήν την τήρηση του νόμου, κατά πολλούς, διαφυλάσσει (ακόμα) η Γιακούζα. Ακόμη και στις τάξεις της Αστυνομίας αναγνωρίζεται ο ρόλος των μελών της να εξασφαλίζουν την ηρεμία στους ιαπωνικούς δρόμους.

Ο «πόλεμος κατά της Γιακούζα» στην Ιαπωνία αριθμεί πολλά περισσότερα χρόνια από τον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας. Χρονολογείται από τα μέσα της δεκαετίας του ’60. Τα τελευταία χρόνια, το κράτος έχει καταφέρει να περιορίσει την επιρροή της οργάνωσης και, μάλιστα, δια της τεθλασμένης: Πλήττει όχι απ’ευθείας τους Γιακούζα αλλά όσους συνεργάζονται μαζί τους, στοχεύοντας στο (τόσο ευαίσθητο) αίσθημα αισχύνης, έτσι ώστε να τους αναγκάσουν να κόψουν τους δεσμούς για να αποφύγουν τη ντροπή της δημόσιας ταπείνωσης.

Το 2009, ο Takaharu Ando, μετέπειτα αρχηγός της Αστυνομίας, κήρυξε τον πόλεμο κατά της Γιακούζα, δίνοντας τέλος στην πολυετή (άτυπη) τακτική ανοχής στα συνδικάτα που, σε αντάλλαγμα, συγκρατούν το έγκλημα σε χαμηλά ποσοστά και συμμορφώνονται με τους ισχύοντες κανόνες αστυνομικής εμπλοκής – Η άτυπη αυτή συμφωνία (φέρεται να) έχει τις ρίζες της πίσω στον 19ο αιώνα, όταν οι “πρόδρομοι” των Γιακούζα επιτρεπόταν να φέρουν όπλα, υπό την προϋπόθεση πως θα βοηθούσαν στη διατήρηση της δημόσιας τάξης, όταν η Αστυνομία αντιμετώπιζε προβλήματα έλλειψης προσωπικού...

Η αστυνομία, με ενισχυμένες αρμοδιότητες τα τελευταία χρόνια, προσπάθησε να χτυπήσει τη Γιακούζα, χωρίς, ωστόσο, να την πατάσσει – κάτι τέτοιο, άλλωστε, θα πυροδοτούσε ένα ντόμινο εξελίξεων με απρόβλεπτες συνέπειες στα υψηλότερα στρώματα της πολιτικής και της επιχειρηματικής ζωής της χώρας...
Εικόνα από τα πρώιμα «ιρεζούμι» των Γιακούζα, του 19ου αιώνα – Πηγή: Wikipedia
Καταργώντας το άλλοθι τού ανθρωπισμού...
Τι γίνεται, όμως, αν το κράτος καταφέρει να ακυρώσει αυτήν την «ανθρωπιστική» διάσταση της οργάνωσης, αποδυναμώνοντάς τη στη συνείδηση των πολιτών;

«Όταν δεν υπάρχει πια πλεονέκτημα να τηρούν τα προσχήματα για τον “ανθρωπιστικό” χαρακτήρα τους, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος το οργανωμένο έγκλημα να δώσει τη θέση του σε ομάδες εγκληματιών που ελάχιστα θα ενδιαφέρονται για το κοινό καλό ή τη δημόσια ασφάλεια και ούτε κατά διάνοια θα ασπάζονται τον κώδικα τιμής της Γιακούζα», επισημαίνει ο Τζέικ Αντελστάιν.

Χαρακτηριστική η περίπτωση της Κάντο Ρένγκο (Kanto Rengo): Μίας οργάνωσης που δεν ανήκε στο οργανωμένο έγκλημα αλλά ούτε και στα συνδικάτα της Γιακούζα και είχε αρχίσει να ενισχύει τη δυναμική της στο Τόκιο, με ληστείες, κλοπές, διακίνηση ναρκωτικών – εγκλήματα από τα οποία η Γιακούζα συνειδητά (προσπαθεί να) απέχει...

Ο φόβος, μεταξύ κυβερνώντων, αστυνομίας και πολιτών, παραμένει: Αν η επιρροή της Γιακούζα περιοριστεί, ή ακόμη χειρότερα, αν η ίδια η οργάνωση ποινικοποιηθεί, το έγκλημα θα επιστρέψει στους δρόμους της Ιαπωνίας.

Ήδη, με το άλλοτε πανίσχυρο συνδικάτο Yamaguchi-gumi να έχει διασπαστεί, με χιλιάδες μέλη να καλούνται να διαλέξουν στρατόπεδο, με έναν επαπειλούμενο εμφύλιο να φαντάζει πιο πιθανός από ποτέ, με τον αριθμό των μελών να συρρικνώνεται από τους 88.600 το 1990 στους 53.000 το 2015, τα θεμέλια της οργάνωσης τρίζουν. Η Γιακούζα δεν είναι όπως ήταν... Κι όμως, παραμένει μία πανίσχυρη κινητήρια δύναμη της ιαπωνικής κοινωνίας.
Τα πρόβατα έκαναν τον λύκο προστάτη...
Σε μία παραφρασμένη εκδοχή του Αισώπου, οι Ιάπωνες θα ήταν τα πρόβατα – κι όχι ο βοσκός – που έβαλαν το λύκο να τα φυλάει... Έμαθαν να προτιμούν το οργανωμένο έγκλημα από την ανοργάνωτη ανομία... Να εμπιστεύονται τον εγκληματία από τον απατεωνίσκο. Έστρεψαν το όπλο που είχαν για προστασία επάνω τους. Με αποτέλεσμα – κατά τραγική ειρωνεία – ενδεχόμενο πλήγμα κατά της Γιακούζα να κινδυνεύει να εξελιχθεί σε πλήγμα κατά της κοινωνικής ευρυθμίας... Οι Ιαπώνες, σαν άλλοι τραγικοί ήρωες του ιαπωνικού μελοδράματος Καμπούκι, μοιάζουν παγιδευμένοι σε μία τρομακτική ανακολουθία που οι ίδιοι γέννησαν κι έθρεψαν.'
cnn

Related Posts