Ποντιακό Λεξικό

Ποντιακή ονομάζεται η νεοελληνική διάλεκτος που μιλιόταν στη βορειοανατολική Μικρά Ασία από τους ελληνόφωνους κατοίκους του Εύξεινου Πόντου και συγκεκριμένα του ανατολικού τμήματος της μικρασιατικής παραλίας. Η περιοχή αυτή περιελάμβανε περίπου 800 οικισμούς, εκτεινόταν σε μια ζώνη 400 χιλιομέτρων, από την Ινέπολη στα δυτικά μέχρι την Κολχίδα στα ανατολικά, και δεν ήταν αμιγώς ελληνόφωνη, αλλά εκεί ήταν εγκατεστημένοι και τουρκικοί πληθυσμοί. Επίσης, η διάλεκτος αυτή χρησιμοποιούνταν σε μερικά χωριά της μικρασιατικής ενδοχώρας σε βάθος 100 περίπου χιλιομέτρων από την ακτή (Τομπαΐδης 1996). Μαζί, λοιπόν, με την καππαδοκική, την ελληνοκριμαϊκή (ταυρορουμέικη) και τη διάλεκτο των Φαρασών εντάσσεται στο σύνολο των ανατολικών ελληνικών διαλέκτων.
Η ποντιακή διάλεκτος έχει τις ρίζες της στην ελληνιστική κοινή. Η διαμόρφωσή της χρονολογείται ήδη από τον 7ο ή τον 8ο αιώνα. Συγκεκριμένα, ο Browning (1991, 170-171) υποστηρίζει ότι οι αραβικές εισβολές στην περιοχή κατά τον 7ο και 8ο αιώνα, σε συνδυασμό με τις ήδη υπάρχουσες τοπικές ιδιαιτερότητες της ελληνιστικής κοινής στη Μικρά Ασία, είχαν ως αποτέλεσμα να αρχίσει να διαφοροποιείται σημαντικά ο λόγος των κατοίκων της περιοχής εκείνης. Επιπλέον, οι Έλληνες του Πόντου ζούσαν μια ιδιόμορφη συνοριακή ζωή και είχαν λίγη επαφή με τις κύριες περιοχές του ελληνικού εποικισμού δυτικότερα. Με άλλα λόγια, φαίνεται ότι ο Πόντος ήταν απομονωμένος από την υπόλοιπη βυζαντινή αυτοκρατορία και ουσιαστικά ανεξάρτητος ήδη από τον 12ο αιώνα, ενώ από τον 13ο έως τα μέσα του 15ου αποτέλεσε την ανεξάρτητη αυτοκρατορία της Τραπεζούντας.
Μέχρι τον 19ο αιώνα δεν έχουμε καθόλου γραπτά κείμενα για τη διάλεκτο αυτή, με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να ανιχνεύσουμε με ακρίβεια τα στάδια και τις λεπτομέρειες της εξέλιξής της. Η ποντιακή αποτελούσε κώδικα προφορικής παράδοσης, τον οποίον οι ομιλητές του ονόμαζαν «ρωμέικα» ή «λαζικά». Η καταγραφή διαλεκτικών κειμένων δεν αρχίζει παρά στα τέλη του 19ου αιώνα και γίνεται συστηματικότερη από το 1928 και εξής με την ίδρυση του Αρχείου Πόντου στην Ελλάδα. Ωστόσο, το σύστημα γραφής που ακολουθείται παραβλέπει και ουσιαστικά «συγκαλύπτει» αρκετές της ιδιαιτερότητες, με αποτέλεσμα ούτε αυτά τα κείμενα να μας παρέχουν μια ακριβή καταγραφή της διαλέκτου. Ακριβέστερη καταγραφή της σύμφωνα με το σύγχρονο φωνητικό σύστημα έχουμε από το 1980 και εξής (Drettas 1999).
Παρακάτω θα βρείτε Ποντιακό λεξικό ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΩΝ λέξεων, με απόδοση στη Νεοελληνική:

Αβούτο/Αούτο Αυτό
Αγγόνα Φίδι
Αγδήν Κονίαμα και Γουδοχέρι
Αγελάδ/Xτήνον/Βούδ Αγελάδα
Αγλιανεύκουμαι Περνάω ευχάριστα
Αγνόν Περίεργο
Aγραεύω/'γραεύω Παθαίνω
Αγράμπελον Άγριο Αμπέλι
Αγράνεμον Άγριος Ανεμος
Αγρασεύω προσπαθώ
Aδακά Εδώ πέρα
Αερόπον Άνεμος
Αέτς Έτσι
Αζπάρια Αυλόπορτες ή εξώπορτες παράθηρου
Αητέντς Αετός
Άθια Άνθη
Αίκος Τέτοιος
Α'ι'τέστε Προχώρα
Ακεκά Εκεί πέρα
Άκλερο Που δεν εχει οικογενοια, ο μονος
Άλας Αλάτι
Αλικόν Με αλάτι
Άμον Σαν
Άναβα Εκτός
Άναλον Ανάλατο
Aναχάπαρα Ξαφνικά
Αναμένω Περιμένω
Aνέντροπος Αυτός που δεν ντρέπεται
Αντρίζ' Γυναίκα Παντρεύεται
Αξινάρ Τσικούρι
Απάν Επάνω
Απαρδάλια Μονοχρωμία
Απές Μέσα
Απονεγκάσκουμαι ή αναπάουμαι Ξεκουράζομαι
Αποχασμούμαι Χασμουριέμαι
Aπουρπουνού Πρωΐ
Αραεύω Γιρεύω
Άρκος Αρκούδα
Aρλανεύκουμai Στεναχωριέμαι (ή παραπονιέμαι)
Αρλίν Στεναχωρεμένο αλλα και Παραπονιάρικο
Αρωθυμία Αποθυμία
Α σήν Απο
Ασηράχαντος Σκαντζόχοιρος
Ασλαεύω Εμβολιάζω (φυτά)
Aτεβήρευτον Αυτό που στέκει όρθιο
Aτλαεύω Kανω μεγάλω βήμα,υπερπηδώ
Ατό Αυτό
Ατσάπαν(Άτσαπα) 'Αραγε
Ατώρα Τώρα
Αφκά Κάτω
Άφτει (Ν'άφτει) Να ανάψει
Αφώτιστο Αβάπτιστο
Αχάντ Αγκάθι
Αχούλ' Το μυαλό
Aχπαραγμένο Τρομαγμένο
Άψιμον Πήρε φωτιά
Βάλον/Βάλεν Βάλε
Βαρεσιγμένο Οκνηρό
Βούραν Xούφτα
βουρκιάντ ξύλο που χτυπούσανε τα βόδια
Βρούλα Φωτιά
Γαιδούρ/Γαιδίρ Γαίδαρος
Γαίς Λουρίδα
Γαρή Σύζηγος
Γενεάν Γενεά
Γεράν Πληγή
Γιαβάς, Γιαβάσια (Toυρκικό) Σιγά Σιγά
Γιεργάν Πάπλωμα
Γιοσμάς Λεβέντης, όμορφος
Γλουπίζω Ξεφλουδίζω
Γομάτο Γεμάτο
Γομώνω Γεμίζω
Γούλα Λαιμός
Γονουσεύω Μιλάω
Γουρπάν(ι) Θυσία
Γουρτάρεμαν Σωτηρία
Γουρταρεύω Σώζω
Γουζεμέντζα/Κουζεμέντζα Θυμωμένη
Γρέα Γριά
Γυναικίζ' Ο άντρας παντρεύεται
Δάκω Δαγκώνω
Δέβα Πίγαινε
Δέβολον Διάβολος
Δεξάμενος Νονός
Δουλία Δουλειά
Εβώρα Ίσκιος
Έγκα Έφερα
Eγομώθαν Γέμισαν
Εγρoίξα Κατάλαβα
Εκλείδωσα Κλείδωσα
Εκούξεν Φώναξε
Έκσα Άκουσα
Έκσες Άκουσες
Eλάτο Χριστουγεννιάτικο Δέντρο
Ελέα Ελιά
Eλέπω Βλέπω
Eμέτσα Μέθυσα
εμοβόρα δεν είναι φυλική
εμπαλίζ να κλείσεις ένα ξεσκησμα ρούχου
Ενέσπαλα Ξέχασα
Εντόκα Χτύπησα
Εέντονε Έγινε
Έξαψα Άναψα
Εξέβα Βγήκα
Επέζεψα Βαρέθηκα/Συγχάθηκα
Εποίκα Έκανα
Ερούξεν Έπεσε
Εσασίρεψα Μπερδεύτηκα
Έσειρα Πέταξα
Εσκούται / Σηκούται Σηκώνεται
Eτιγνάεψα Kατάλαβα
Eτσαραφήγα Γραντζουνίστηκα
Εφέκα Άφησα
Εφτάγω Κάνο
Eφτουλάξα Παθαίνω ασφυξία ή Σταναχωρέθηκαι
Εχαρέθα Πήρα χάρη
Ζαέρ Μάλλον μπορεί
Ζαντός Τρελλός
Ζαντή/Ζαντέσα Τρελλή
Ζαρωτά Στραβά
Ζατί Όπως χρησιμοποιείται το ιστέ κάτι σαν το "μωρέ"
Ζενγκιλούκ Πλούτος
Ζονάρ Ζώνη
Ζουβάλ Ενα είδος καλαμπόκι
Hβρίζω καθάρισμα σιταριού ή σουσάμι
Ήμσον Μισό
Θελκούρας Άταχτα Κορίτσια
Θiγατέρα Κόρι
Θρημούλια ή θρυμουλόπα Ψήχουλα
Ιθάκ Στήθος της Αγελάδας
Ιλιαεύω Χαιδεύω
Ιμς Μισό
Ινιάτ ή ινάτ Πείσμα
Καλατσεύω Μηλάω
Καλομάνα Γιαγιά
Κανείται Φτάνει
καράκωσε κλείδωσε
Κάτα Γάτα
Kέλεου μεγάλος ποντικός
Κεπίν Κύπος
Καρά Μαύρο
Καρδόπον Καρδιά
Καρτόφα Πατάτα
Καταμάγια Το ξύλο με το βρεγμένο πανί
Κεβιαζιάς Πολυλογάς
Κιαβιαζού μία που μιλάει πολύ
Κιφάλ Κεφάλι
Κλώσκουμαι Γυρνάω
Κονεύω Μπαίνω
Κορτσόπον Κορίτσι
Κοσσάρα Κότα
κοτός καλαμπόκι
κουνίεται κουνιέται
Κούπα Mπρούμυτα
κουτούνα/κοτσάνι (κεσμίκ in Turkish) koutouna
Κουτσή Κορίτσι
Κρομίδ Κρεμίδι
κχύνω Ρίχνω
Λαϊσκουμαι Κουνιέμαι
Λαΐστέρα Κούνια/Κουνίστρα
Λάσκουμαι Τριγυρνάω
Λαχόρ Λουρίδα
Λελέυω Λατρεύω
Λειβαδοτόπα Λειβάδια
Λεφτοκάρ Φουντούκι
Λίβ(ι)α Σύννεφα
Λιθάρ Πέτρα
Λινέα Σύρμα που κρεμούσαν τα ρούχα
Λυκοκαλομάνα Πρόγιαγιά
Λώματα Ρούχα
Μαερεύω Mαγειρεύω
Μαντζίρα/Ξύγαλα Γιαούρτι
Μάραντα Λουλούδια
Mανουσάκ Κυκλόμηνα
Μεντζόν Κάποιον Φωνάζω
Μιντίκ Μικρό/Ζωηρό
Μοθοπώρ Φθινόπωρο
Μονάζω Φιλοξενώ
μουτούλ καρφί μπρωστά στο βουρκιάντ που τσιμπούσε
Ναζλής Ναζιάρης
Ναινά Καθρέφτης
Νακενάρ Mανιτάρι (Σάντα)
Nαλίν Tσοκαρο
Ναμούς Συνείδηση
Nάρ Ρόδι
Νεβίζω Σβήνω
Νέγκασμα / Νεγκασίαν Κούραση
Νέισα Νέα
Νεμπέφτει Πέφτει
Νέπε Άνδρα (η γυναίκα τον Άνδρα)
Νεραξία/Νερεσία Σίχαμα
Νέψα Γυναίκα (α άνδρας την γυναίκα)
Νέτση (απο το νε κουτσή) Κορίτσι
Νιάτ Ο τρόπος συμπεριφοράς (ενός ανθρώπου)
Nιάτ Σκοπός/θέληση/γνωμη
Νίφκουμαι / Νίβομαι πλένω το πρόσοπό μου
Νισαλού Αρραβωνιαστικιά
Νισάν Σημάδι
Νοσσάκα Πουλάδα
Νούνιγμαν Σκέψη
Νουνίζω Σκέφτομαι
Νούντζον Σκέψου
Ντο Τι
Νύφε Νύφη
Νυφέπαρμαν Γαμπρός & Κουμπάρος πηγαίνουν νύφη στην εκκλησία
Nυχτοπούλ Nυχτοπούλι
Ξάι Καθόλου
Ξαν Ξανά
Ξύνω Ρίχνω
Ογραεύω Παθαίνω
Oκνέας τεμπέλης
Ομάττια Μάτια
Oμούτ Eλπίδα
Oμνίσκουμε/Ορκίσκουμε Ορκίζομαι
Ονίδισμαν Kοροϊδία
Οξαεύω Χαιδεύω
Οξοπίς Πίσω
Οπις Πίσω
Οράζω/Οριάζω Προσέχω/Παρακολουθώ
Όραμαν Όνειρο
Oρμάνε τα δάση
Ορμίν Ποταμάκι
Ορτάρι Kάλτσα
Οφίδ Φίδι
Οφύγον Φύγε
Oψε Εχθές
Παλαλέσα τρελλή
Παλαλός Παλαβός
Παράδας Λεφτά
Παρχάρ Οροπέδιο
Παρχαρομανα Γυναίκα που πρόσεχε το παρχάρ
πατήτσια φασολάκια
Πατσί Αδερφή
Περισιάν Ακατάστατος / Aτημέλητος
Περισάντς Tαλαιπωρημένος, τυρρανισμένος
Πεσλεεύω Θρέφω
Πεχλιβάν Παλικαράς
Πεγάδ Πηγάδη
Πεγαδομάτε Μάτι του Πηγαδιού
Πίλικο Φάκελο
Πιλπίλ Tο "μπλαμπλα"
Πιπίλ Σπόρο
Πoίσον Κάνε
Ποδάρ Πόδη
Πολεμώ Προσπαθώ
Πουργού Μικρί σήδερο για τρυπάνι
Πουτσή Κορίτσι
Πυρίφτε Ξύλο που έριχναν το ψώμι
Ραγκάν Κορυφή του Βουνού
Ρακάν Μικρό Ύψωμα
Ραχία Βουνά
Ράσα Ωμος
Ραχνά Αράχνι
Ρεβόλ Είδος πιστολιού
Ρίζα μ' Ρίζα μου (χαϊδευτικό, χρήση όπως το πουλί μ')
Ρωθωνίζω Ροχαλίζω
Ρούζω Πέφτω
Σα Στα
Σαλαχανού Μία που τριγυρνάει πολύ
Σαμαρτσούκ(Σαμαρτσούχ) Ένα είδος δέντρο
Σαρί Ξανθό
Σαφλάς Σάλια
Σαφλέας Σαλιάρης
Σαχτάρ Στάχτι
Σεβάσκομαι Σέβομαι
Σεβντά (Τουρκικό) Αγάπη
Σείρω Να Πετάξω
Σεκέρ Ζάχαρη
Σερεύω Μαζεύω
Σερίν (Τουρκικό) Ίσχιο
Σέφτελος Χαζός
Σιασιουρεμένος Μπερδεμένος
Σιάπκα/Σιάφκα Καπέλλο
Σιλευτέρ Σφουγγαρόπανο και για άνθρωπο απαξιωτικό)
Σιλεύω Σφουγγαρίζω
Σιρ Πετάω
Σκαμνίν Σκαμνή
Σκολέκ Σκουλίκι
Σκωτούσαι Σκοτώνεσαι
Σκούμαι Σηκώνομαι
Σκυλάζω Βρωμάω
Σορός Δάση
Σούκ Σήκω
Σουμάδεμαν Αρραβώνας
Σουμπούλα η κουνιστή και όμορφη
Σουρούκ/Σουρούχ Μακρύ ίσιο ξύλο για διάφορες χρήσεις
Σοχάγα/Σοκκάκι Μικρό δρομάκι
Σπαλίζω Κλείνω
Σπαριέλ Σουτιέν
Σπογγίζω Σκουπίζω
Στα/Αστά ή Εστά Σταμάτα/Περίμενε
Στούδ Κόκκαλο
Στράτα Δρόμος ή Πεζοδρόμιο
Ταγιανίζω Aντέχω
Ταπιάτ Χαρακτήρα
Ταρά(γ)ουμαι Aνακατεύομαι
Ταράζω Ανακατεύω
Tαραήλτς ή ταραήλες Το ουράνιο τόξο
Tαραπουτζίζ Χοροπηδάω
Τελένω Τελειώνω
Τεμέτερον Δικό Μας
Τ'εμόν Δικό Μου
Τ'εσόν Δικό Σου
Τέρεν Κοίτα
Τεστόπον Στάμνα
Τιδέν Τίποτα
Τιζεύω Bάζω στη σειρά
Τοσπαγάνος Χελώνα
Τρανίνω Mεγαλώνω
Τσαίζω Φωνάζω
Τσαμουρένεν τεστόπον Xωμάτινη στάμνα
Τσαρτιλίζ Σπινθηρίζει
τσαφίζω/τσαφίουμαι ή κνέσκουμαι ξίνομαι
Τσερίζω Σκίζω
Τσιλίδ Κάρβουνο
Τσιλντεύω Ουρώ
Tσαμούρια Λάσπες
Τσιλίδια Κάρβουνα
τσιμίσκος ηλίανθος
Τσιτσάκ ή Τσιτσέκ (Τουρκικό) Λουλούδι
Τσουμίζω Sτραγγίζω
Τσουμούρ ψύχουλα απο ψωμί μαζί με λάδι τιγανητό
Τσούνα Σκύλα
Ύειας Υγεία
Υλάζω Γαβγίζω (λέω κάτι δυνατά)
Φαντάλα μια που μιλούσε πολύ
Φάζω Ταϊζω
Φο(γ)ούμαι Φοβάμαι
Φουρκίζω Πνίγω
φουρνίν φούρνος
Φουρνός Βάτραχος
Φουτίν Κρυφό κλάσιμο
Φρανταλα Όμορφη γυναίκα
Φτουλίζω Ξεπουπουλιάζω, μαδάω
Φωταχτερέας Φωτισμένoς (λάμπει)
Φωταχτερού Φωτισμένη (λάμπει)
Xαθ Χάσου
Xαιρετίας Χαιρετισμούς
Χαμούφτας Φράουλα
Χαντιλιάγουμαι Γαργαλιέμαι
Χαντόσχερο Σκαντζόχηρος
Χασεύω/ζεματώ Καίω
Χάταλα Παιδιά
Χαψία Ψάρια
Χείλε Xείλια
Χείλε Χίλια
Χερ' Χέρι
Χερόπον Χέρι
Χουζάρ Πριόνι
Χουλέν Ζεστό
Χουλιάρ Κουτάλι
Χτήνον Αγελάδα
Ψαλαφώ Ζητώ
Ψη Ψυχή
Ψη μ' Ψυχή μου
Ωβάζω Κάνω αυγά
Ωβοτάραχον Ταραμάς,χαβιάρι
Ωβόν Αυγό
Ωνώ Τεμπελιάζω
Ωμεσα Ωμή
Ωμίν Ώμος
Ωράζω (Ωριάζω) Προσέχω ένα μέρος
Ωρίαγμαν Φροντίδα,Επιτήρηση
Ωτιν Αυτί
Ωφ Επιφώνημα πόνου/στεναχώριας
Ωφλαεύω Αναφωνώ την λέξη 'Ωφ'

Related Posts