Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα (ΠΑΣΟΚ)

Στις 3 Σεπτεμβρίου του 1974 ο Ανδρέας Παπανδρέου ανακοινώνει την ίδρυση του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος (ΠΑΣΟΚ). Το 1981 το ΠΑΣΟΚ κερδίζει τις εκλογές με ρητορική που το κατατάσσει στην Αριστερά και έχοντας κερδίσει την εμπιστοσύνη των λαϊκών στρωμάτων. Έκτοτε η εξέλιξη του κόμματος υπήρξε....
εντυπωσιακή. Από τα αντιευρωπαϊκά και αντιαμερικανικά συνθήματα πέρασε στη ρητορική σοσιαλδημοκρατικού δυτικού κόμματος και εν συνεχεία στο Κέντρο ή και στον οικονομικό φιλελευθερισμό. Στη «μεταλλακτική» του πορεία μπορεί να άφησε για πάντα πίσω του τον αντιευρωπαϊσμό και αντιαμερικανισμό, όμως η «εμμονή» για την εξουσία που το οδήγησε σε πελατειακές σχέσεις με τη στελέχωση ενός «πράσινου» κράτους και το μεταμόρφωσε σε κόμμα-εκλογικό μηχανισμό, παραμένει νωπή στη μνήμη.
Στις εκλογές της 17ης Νοεμβρίου του 1974, το ΠΑΣΟΚ λαμβάνει 13,58% των ψήφων και εκλέγει 12 βουλευτές. Είναι η περίοδος που κυριαρχεί η αντιαμερικανική και αντιΝΑΤΟϊκή χροιά στη ρητορική του. Ο Ανδρέας Παπανδρέου καθίσταται ο αδιαμφισβήτητος αρχηγός του ΠΑΣΟΚ, το οποίο και οδηγεί το 1977 στην αξιωματική αντιπολίτευση.Μετά από μία φορτισμένη προεκλογική περίοδο, με το σύνθημα «Αλλαγή» και «Η Ελλάδα στους Έλληνες» αλλά και συνθήματα όπως «έξω από το ΝΑΤΟ», «έξω από την Ε.Ο.Κ.» , το ποσοστό του ΠΑΣΟΚ θα εκτιναχθεί στο 48,1% τον Οκτώβριο του 1981. Ήταν η χρονιά που το ΠΑΣΟΚ κέρδισε τις εκλογές ο Ανδρέας Παπανδρέου έγινε για πρώτη φορά πρωθυπουργός της χώρας.
Το ΠΑΣΟΚ αποτέλεσε μετά την μεταπολίτευση τον εκφραστή του λαϊκού κοινωνικού πόλου ή μπλοκ, έναντι του αστικού, ως συνέχεια της μετεμφυλιακής πόλωσης, παρατηρεί ο Ν. Τράντας. Ως φαίνεται, το ΠΑΣΟΚ υπήρξε αρχικά ένα κόμμα της Αριστεράς, καθώς εκπροσώπησε τον κύριο όγκο των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων.
Δεκαετία 1980
Τη δεκαετία του ’80 είχε στο πρόγραμμά του και εφάρμοσε ως κυβέρνηση μια πολιτική τόνωσης της ζήτησης και αύξησης των δημοσίων δαπανών καθώς και ανάπτυξης του κοινωνικού κράτους. Προχώρησε στην υλοποίηση των εξαγγελιών του για τη στήριξη του εισοδήματος των εργαζομένων, αυξάνοντας σημαντικά τους μισθούς και τις συντάξεις και καθιερώνοντας την αυτόματη τιμαριθμική αναπροσαρμογή των μισθών κα. Όμως, τα μέτρα που ελήφθησαν δεν οδήγησαν σε ανάκαμψη της εγχώριας παραγωγής, αλλά σε αύξηση των εισαγωγών.
Το κυρίαρχο στοιχείο της οικονομικής πολιτικής του ΠΑΣΟΚ στην πρώτη τετραετία ήταν η έμφαση στην κρατικοποίηση (ή κοινωνικοποίηση ή εθνικοποίηση) της ελληνικής οικονομίας και στα φιλολαϊκά μέτρα.
Η δημόσια διοίκηση είχε επίσης ως αρχική στόχευση το άνοιγμα προς την κοινωνία. Πολύ γρήγορα όμως εγκαινιάστηκε μια πρακτική ελεγχόμενων ανεπίσημων διορισμών στο δημόσιο και ποικίλων άλλων παροχών σε φιλικά προσκείμενους στο ΠΑΣΟΚ, μετά από παρέμβαση του κόμματος (των περίφημων κλαδικών επιτροπών κτλ).
Παρά τη ρητορεία του ΠΑΣΟΚ για άνοιγμα του κράτους προς την κοινωνία, για ισότητα και κοινωνική δικαιοσύνη, ουσιαστικά το πελατειακό σύστημα συνέχισε. Η απορρόφηση μεγάλου μέρους στελεχών και μελών του κόμματος από τον κρατικό μηχανισμό είχε ως αποτέλεσμα το ΠΑΣΟΚ να χάσει την αυτονομία του ως κόμμα: Η οιαδήποτε κριτική που θα μπορούσε να ασκήσει στην κυβέρνηση η κομματική του βάση εξουδετερωνόταν με την προσδοκία του «διορισμού». Αυτός ο εναγκαλισμός του κράτους από το κυρίαρχο κόμμα της πολιτικής σκηνής είχε ταυτόχρονα το χειρότερο αποτέλεσμα για την ποιότητα της ίδιας της δημοκρατίας.
Κατά την περίοδο του σταθεροποιητικού προγράμματος (1985-1987) το ΠΑΣΟΚ κατηγορήθηκε για τεχνοκρατισμό και δεξιά πολιτική. Από τη στιγμή της αλλαγής της κυβερνητικής πολιτικής, από τη λιτότητα στην επεκτατική δημοσιονομική πολιτική και μέχρι τον Ιούνιο του 1989 (αλλά και ύστερα) κατηγορήθηκε για λαϊκισμό, ανευθυνότητα (η περίφημη προτροπή του πρωθυπουργού στον υπουργό Οικονομικών «Τσοβόλα δώστα όλα») και για σκανδαλώδη άσκηση εξουσίας και διαχείρισης του δημόσιου χρήματος.
Όπως συμπεραίνει στη διδακτορική του διατριβή ο Ν. Τράντας, αφού τα σοσιαλδημοκρατικά μέτρα της πρώτης τετραετίας του ΠΑΣΟΚ αποδείχθηκαν εντελώς αναποτελεσματικά στο επίπεδο της ανάπτυξης της οικονομίας, τον Οκτώβριο του 1985 πέρασε στην πολιτική λιτότητας και στην ανάκληση του σοσιαδλημοκρατικού συμβολαίου. Από τότε, το ΠΑΣΟΚ δεν υπάρχει πλέον ως κομματικός σχηματισμός αμφισβήτησης της ηγεμονίας του κεφαλαίου και οι κοινωνικές δυνάμεις που το στήριζαν αρχίζουν προοδευτικά να παροπλίζονται.
Κατά τον Χρ. Βερναρδάκη, το ΠΑΣΟΚ εξελίχθηκε από τα πρώτα κιόλας χρόνια της δράσης του σε ένα ‘οργανικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα’, πήρε σταδιακά τη μορφή ενός τυπικού Σοσιαλδημοκρατικού-σοσιαλιστικού ευρωπαϊκού κόμματος και ακολούθησε την πορεία των αντίστοιχων κομμάτων, με όλους τους μεταμορφισμούς και τις πολιτικο-ιδεολογικές τους μετεξελίξεις.
Πάντως οι μεταβολές του ΠΑΣΟΚ ήταν σίγουρα εντονότερες από τις αντίστοιχες των ευρωπαϊκών κομμάτων. Όπως σημείωνει ο Χρ. Βερναρδάκης:
«Ένα από τα πιο ‘αντιευρωπαϊκά’ κόμματα της δεκαετίας του ’70 (περισσότερο και από αρκετά κομμουνιστικά κόμματα της περιόδου) μετασχηματίζεται στο πλέον ‘φιλοευρωπαϊκό’, ανεξαρτήτως κομματικής οικογένειας, κόμμα στα τέλη της δεκαετίας του ’90. Ένα από τα πιο ‘αντικαπιταλιστικά’ κόμματα της δεκαετίας του ’70 ταυτίζεται ουσιαστικά και τυπικά, σχεδόν οργανικά, με το κεφάλαιο και τις στρατηγικές του στα τέλη της δεκαετίας του ’90 και αναπτύσσει σχέσεις διαπλοκής με αυτό που ελάχιστες φορές σε τέτοιο βαθμό παρατηρήθηκαν στα ευρωπαϊκά πολιτικά συστήματα».
Δεκαετία 1990
Το ΠΑΣΟΚ έμεινε εκτός διακυβέρνησης από τον Απρίλιο του 1990 έως τον Οκτώβριο του 1993. (Είχε ήδη ξεσπάσει  το σκάνδαλο Κοσκωτά και είχε προηγηθεί το λεγόμενο «βρώμικο ‘89»).
Το 1990 στη Σύνοδο της Κεντρικής Επιτροπής του Πεντελικού μια ισχυρή εσωκομματική ομάδα επιχειρεί να αμφισβητήσει ανοικτά την ηγεσία του Ανδρέα Παπανδρέου -ενώ ο ίδιος βρίσκεται σε υποδικία για το σκάνδαλο Κοσκωτά- προτείνοντας ως γραμματέα του κόμματος τον Π. Αυγερινό. Η ομάδα αυτή (Γεννηματάς, Σημίτης, Β. Παπανδρέου, Πάγκαλος, Λαλιώτης, κ.ά.) θα ηττηθεί μεν, ωστόσο θα αποτελέσει την αιχμή του δόρατος της εσωκομματικής αντιπολίτευσης που θα μορφοποιηθεί τα επόμενα χρόνια και η οποία θα συγκροτηθεί με βάση τον‘πολιτικό και ιδεολογικό εκσυγχρονισμό’ του κόμματος.
Το ΠΑΣΟΚ επανέρχεται το 1993 στην εξουσία εκμεταλλευόμενο τη μεγάλη κοινωνική δυσαρέσκεια που τροφοδότησε η κυβέρνηση Μητσοτάκη και οι ανοικτά
νεοφιλελεύθερες επιλογές της. Ωστόσο, τόσο η διεθνής όσο και η εγχώρια οικονομική και πολιτική συγκυρία ήταν πλέον πολύ διαφορετικές. Η Ελλάδα έπρεπε να προσαρμοστεί στα μικρά περιθώρια που της αφήνει η Ευρωπαϊκή Ένωση και η επιζητούμενη ένταξη στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.
Ως εκ τούτου, η περίοδος 1993-1996 θα ταυτιστεί περισσότερο με διαχειριστικές προσπάθειες σταθεροποίησης της οικονομίας και σταδιακής προσαρμογής στους μονεταριστικούς στόχους της ένταξης στην ΟΝΕ, πολιτικές που θα οδηγήσουν στην έκφραση έντονη δυσαρέσκειας της ελληνικής κοινωνίας, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τις αγροτικές κινητοποιήσεις σε Θεσσαλία, Στερέα Ελλάδα και Μακεδονία που θα ξεσπάσουν το 1996 επί κυβέρνηση Σημίτη.
Με την εκλογή Σημίτη και την επικράτηση της τάσης των εκσυγχρονιστών το ΠΑΣΟΚ μετασχηματίζεται σε ένα πολιτικό φορέα με κίνηση στο ‘κέντρο’. Τη σοσιαλδημοκρατική ρητορική αντικαθιστά το εγχείρημα της κεντροαριστεράς και της ευρωαριστεράς.
Φτωχότερα στρώματα του πληθυσμού (όπως συνταξιούχοι, νοικοκυρές, νέοι άνεργοι, αγρότες, μισθωτά στρώματα του ιδιωτικού τομέα) θα εγκαταλείψουν εκλογικά το ΠΑΣΟΚ, ενώ στρώματα της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας θα το προσεγγίσουν για πρώτη φορά. Το κόμμα θα διατηρήσει πάντως τη στήριξη των στρωμάτων της δημόσιας διοίκησης.
2000-2012
Ειδικά στις εκλογές του 2004 το ΠΑΣΟΚ θα καταγράψει μικρή συμμετοχή των λαϊκών στρωμάτων. Το ‘κόμμα των μη-προνομιούχων’ έχει πλέον μετατραπεί σε ‘κόμμα των εξασφαλισμένων’, υπογραμμίζει ο Χρ. Βερναρδάκης.
Μετά την παραίτηση του Κώστα Σημίτη από την προεδρία του ΠΑΣΟΚ, τον Φεβρουάριο του 2004 , εκλέγεται ο, Γιώργος Παπανδρέου πρόεδρος του κόμματος με πανελλαδική ψηφοφορία, στην οποία ήταν και ο μόνος υποψήφιος.
Το ΠΑΣΟΚ έχει μετατραπεί ουσιαστικά σε έναν εκλογικό μηχανισμό με μοναδικό σκοπό την πάση θυσία παραμονή στην εξουσία. Ο Κώστας Σημίτης, ενώ είναι ακόμη πρωθυπουργός, καταργείται επειδή δεν μπορεί να οδηγήσει το κόμμα σε εκλογική νίκη. Ο Γιώργος Παπανδρέου, αναλαμβάνει χωρίς αντίπαλο τα ηνία του κόμματος, επιλεγείς για την εκτιμώμενη τότε δυνατότητά του να κρατήσει το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία ή έστω σε απόσταση αναπνοής από αυτή.
Τελικά, στις εκλογές του Μαρτίου του 2004 το ΠΑ.ΣΟ.Κ. έπειτα από 11 χρόνια διακυβέρνησης της χώρας με τρεις εκλογικές νίκες χάνει τις εκλογές με ποσοστό 40,55% και περνά στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Ούτε στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση , του 2007, το όνομα του Γ. Παπανδρέου στάθηκε ικανό να επαναφέρει το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία. Αυτό κατέστη τελικά δυνατό το 2009, όταν το ΠΑΣΟΚ έλαβε ποσοστό 43,92 % και 160 έδρες στην Βουλή και σχημάτισε αυτοδύναμη κυβέρνηση.

Όμως, σχεδόν αμέσως οι προγραμματικές προεκλογικές δεσμεύσεις του Γιώργου Παπανδρέου αναθεωρούνται, ξεσπά η κρίση χρέους, υπογράφεται το πρώτο μνημόνιο και ξεκινά η περίοδος σκληρής λιτότητας.
Μετά την κυβέρνηση Παπαδήμου -που σχηματίστηκε μετά την ανακοίνωση παραίτησης του πρωθυπουργού Γιώργου Παπανδρέου και της κυβέρνησής του- στις εκλογές της 6ης Μαίου 2012 το ΠΑΣΟΚ τερματίζει τρίτο με ποσοστό 13,18%. Μπροστά του είναι ο ΣΥΡΙΖΑ με 16,78% και η ΝΔ με 18,85%. Έχει προηγηθεί η ανάδειξη του Ευάγγελου Βενιζέλου ως προέδρου του κόμματος, τον Μάρτιο.
Στις επαναληπτικές εκλογές της 17ης Ιουνίου, το ΠΑΣΟΚ πήρε και πάλι την τρίτη θέση εκλέγοντας μόλις 33 βουλευτές και λαμβάνοντας το 12,3% των ψήφων.
Το παράδοξο είναι ότι ενώ τα ποσοστά του είναι μόλις διψήφια είναι ακόμη κατά μία έννοια κόμμα εξουσίας. Βέβαια, η προοπτική να μπορέσει κάποια στιγμή να εκλεγεί με τέτοιο ποσοστό ώστε να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση είναι κάτι περισσότερο από μακρινή. Είτε απορροφήθηκε είτε εξαφανίστηκε το μεγαλύτερο μέρος όσων εξέφραζε, το φαινόμενο ΠΑΣΟΚ είναι ακόμη εν εξελίξει.

Related Posts