Αικατερίνης Μεγαλομάρτυρος & Πανσόφου

Η Αγία Αικατερίνη έζησε τον 4ο αιώνα και καταγόταν από την Αλεξάνδρεια.
Διακρίθηκε για την ευφυΐα και την φιλομάθειά της και σπούδασε φιλοσοφία.
Γνώρισε το Χριστιανισμό και ομολόγησε την πίστη της μπροστά στον Μαξέντιο.
Όταν ο αυτοκράτορας προσπάθησε σε δημόσια συζήτηση με φιλοσόφους να της αλλάξει ιδέες, εκείνη τους αποστόμωσε.
Τελειώθηκε με αποκεφαλισμό.
 Οι ρίζες της Αγίας
Η Αγία Αικατερίνη γεννήθηκε στην Ελληνικώτατη και μεγάλη πόλη της Αιγύπτου, την Αλεξάνδρεια. Η οικογένεια της ήτανε από τις μεγαλύτερες και επισημότερες οικογένειες. Είχε καταγωγή βασιλική. Ήταν απόγονος των Πτολεμαίων, των βασιλέων της Αιγύπτου. Ο δε πατέρας της λεγόταν Κώνστας και είχε διορισθή από εκείνους, που διοικούσαν την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία τοπάρχης στην Κύπρο. Κατόπιν όμως μετετέθη στην Αλεξάνδρεια.

Μόρφωσις καταπληκτική
Η Αικατερίνη ήτανε εξυπνότατη και είχε μεγάλη όρεξι, για σπουδή και γράμματα. Ως τα δεκαοκτώ χρόνια έμαθε τέλεια την Ελληνική και Ρωμαϊκή Παιδεία και Επιστήμη. Έμαθε τους μεγάλους ποιητές, τον Όμηρο και τον Βιργίλιο. Σπούδασε την Ιατρική και διάβασε τον Ιπποκράτη και τον Γαληνό, τους ιατρούς. Περισσότερο όμως ασχολήθηκε με την Φιλοσοφία. Τον Αριστοτέλη, τον Πλάτωνα, τον Φιλιστίωνα και τους άλλους φιλοσόφους τους έπαιζε στα δάκτυλα. Ασχολήθηκε και με τους μεγάλους μάγους και αποκρυφιστάς, τον Διονύσιον και την Σίβυλλαν. Έμαθε την ρητορική τέχνη και είχε ευφράδεια καταπληκτική. Έμαθε επίσης πολλές γλώσσες. Τόση δε ήταν η εξυπνάδα της και η σοφία, που απέκτησε, ώστε έμειναν κατάπληκτοι όσοι την έβλεπαν και την άκουγαν. Η οικογένεια της ήθελε να την παντρέψει αλλά η Αγία αρνιόταν να παντρευτεί γιατί ήθελε να ζήσει ζωή παρθενική. Ύστερα όμως από πολλές πιέσεις είπε στην οικογένεια την ότι θα παντρευόταν κάποιον που θα ήταν ανώτερος της σε όλα τα χαρίσματα. Η οικογένεια της όσο και να έψαξε δεν βρήκε κάποιον και σκέφτηκαν να πάνε σε έναν άγιο άνθρωπο ασκητή να ζητήσουν την συμβουλή του. Αυτός μόλις έμαθε αυτά είπε στην Αγία πως ξέρει Κάποιον που από αυτήν έχει περισσότερα χαρίσματα. Τότε της έδωσε μια εικόνα της Παναγίας που κρατούσε το Θείο βρέφος και της είπε να πάει στο σπίτι της και να προσευχηθεί όλη την νύχτα και η Παναγία θα την οδηγήσει και θα την φωτίσει.
Ο Νυμφίος την αποστρέφεται
 Πράγματι η Αικατερίνη πήρε την Εικόνα της Θεομήτορος από τον Ασκητή και πήγε στο σπίτι της γεμάτη σκέψεις και απορίες. Εκεί στο αρχοντικό της άφησε εντολή να μην την ενοχλήση κανείς και κλείστηκε, όπως της είπε ο ασκητής, ολομόναχη στο δωμάτιο της. Προσευχόταν τη νύκτα συνεχώς. Τα βαθειά μεσάνυχτα, όμως, από την κούρασι και την αγωνία, την πήρε ο ύπνος. Και τι βλέπει στον ύπνο της! Βλέπει την Βασίλισσα των Ουρανών, την Παρθένα Μαρία, με το Θείο Βρέφος τον Χριστόν στην αγκαλιά της. Ο Χριστός ακτινοβολούσε περισσότερο από τον ήλιο. Κοίταζε όμως την Μητέρα του και όχι την Αικατερίνη. Η Αικατερίνη δεν μπορούσε να ιδή το Πρόσωπο Του. Βλέπει επίσης στον ύπνο της, πως άλλαξε θέση. Πήγε από το άλλο μέρος για να αντικρύση το πρόσωπο Του και το βλέμμα Του. Ο Χριστός όμως γύρισε από το αντίθετο μέρος το πρόσωπο Του. Αυτό συνέβη τρείς φορές. Στην τρίτη φορά άκουσε την Παναγία να λέγη:
– Κοίταξε παιδί μου, την δούλη Σου Αικατερίνη πόσο ωραία είναι, πόσο όμορφη, πόσο λαμπρή…
– Όχι, απάντησε, το Θείο Βρέφος. Είναι άσχημη, μαύρη και σκοτεινή. Δεν μπορώ να την βλέπω.
– Μα είναι η πιο όμορφη από όλους τους φιλοσόφους και ρήτορας, η πιό ευγενής και η πιό πλούσια από όλες τις νέες του τόπου, λέγει η Παναγία.
– Και Εγώ, λοιπόν Μητέρα, σου λέγω πως είναι αμόρφωτη, φτωχή και άξια περιφρονήσεως. Εφ’ όσον βρίσκεται στην κατάσταση που βρίσκεται ( πλάνη της ειδωλολατρίας ή της αθεΐας ), δεν καταδέχομαι να Μου ιδή το πρόσωπο Μου.
- Παιδί μου, μη την καταφρονείς την νέα. Βοήθησε την, καθοδήγησε την, πως να μπορέση να ιδή το υπέρλαμπρον πρόσωπον Σου, πρόσθεσε η Θεοτόκος.
– Να πάη, απάντησε ο Χριστός, στο γέροντα που της έδωσε την Εικόνα και οτι εκείνος την συμβουλέψη, να κάνη. Μόνον έτσι θα ιδή το πρόσωπον Μου και θα νοιώση χαρά ανείπωτη και θα βρή την ευτυχία της.
Αυτά βεβαίως η Αικατερίνη τα είδε, όπως είπαμε, στον ύπνο της και ξύπνησε ταραγμένη.
Το δακτυλίδι της Θείας Μνηστείας

Νύχτα σχεδόν ξεκίνησε με μερικές άλλες γυναίκες, για να συναντήση τον άγιο εκείνο γέροντα ασκητή. Όταν έφτασε, έπεσε με δάκρυα στα πόδια του και άρχισε να του διηγήται λεπτομερώς όσα είδε στον ύπνο της. Έπειτα τον παρακαλούσε να την συμβουλέψη τι να κάνη, για να μπορέση να ιδή το πρόσωπον του Χριστού. Ο ασκητής δεν έχασε την ευκαιρία. Της μίλησε για την χριστιανική Πίστι. Για τα μυστήρια του σύμπαντος και τον προορισμό του ανθρώπου. Της είπε έπειτα για τον Νυμφίον – Χριστόν και την αγάπη, που έδειξε για το ανθρώπινο γένος, ώστε να εγκαταλείψη την Βασιλεία των Ουρανών και να έλθη στη γη και να σταυρωθή για την κάθε ψυχή. Ακόμη της είπε για την ευτυχία, που ευρίσκουν οι ψυχές, που κατορθώνουν να γυρίσουν στον Χριστό, να συνδεθούν μαζί Του και να γίνουν νύμφες Του. Η Αικατερίνη τ’ άκουσε όλα αυτά με μεγάλη προσοχή. Το σοφό μυαλό της και η ευαίσθητη καρδιά της δεν άργησαν να κλείσουν μέσα τους την αλήθεια της χριστιανικής Πίστεως. Ζήτησε μάλιστα να βαπτισθή. Μέχρι τότε ήταν αβάπτιστη. Πράγματι ο ασκητής, που είδε την αγάπη της προς τον Χριστό, την εβάπτισε. Χαρούμενη τώρα η Αικατερίνη, πήγε στο μέγαρο και όλη τη νύχτα προσευχότανε στον Χριστό. Τι χαρά ήταν εκείνη! Τι ευτυχία!… Όταν όμως την πήρε ο ύπνος, βλέπει πάλι την Παναγία, με το λαμπερό Θείο Βρέφος. Αλλά αυτή τη φορά, δεν γύρισε το Βρέφος αλλού τα μάτια Του. Αλλά την κοίταζε με γλυκό και γαλήνιο βλέμμα.
- Πως, Τον ρώτησε η Παρθένος, Σου φαίνεται τώρα η νέα;
- Τώρα μάλιστα, απάντησε! Τώρα έγινε λαμπερή, ένδοξη, πλούσια και πάνσοφος. Τίποτε από τα παλαιά δεν ευρίσκω επάνω της. Έφυγε το σκοτάδι. Εξαφανίστηκε η ασχήμια της. Χάθηκε η φτώχια και η αμορφωσιά της. Τώρα είναι καλή. Είναι γεμάτη χαρές και αγαθά. Τώρα, μάλιστα, συμφωνώ και αποφασίζω να την μνηστευθώ, για νύμφη Μου άφθορο. Τότε η Αικατερίνη, είδε, πως έπεσε χάμω και πως με δάκρυα Του έλεγε:
– Υπερένδοξε Δέσποτα, δεν είμαι άξια να ιδώ την Βασιλεία Σου. Αλλά αξίωσε με να γίνω μια ταπεινή δούλη Σου.
Εκείνη τη στιγμή βλέπει – στον ύπνο της πάντα – την Παναγία να της πιάνη το δεξί της χέρι και να λέγη:
– Δός της παιδί Μου, το δακτυλίδι, να την νυμφευθής, για να την αξιώσης της Βασιλείας Σου της αιωνίου.
Πράγματι! Ο Δεσπότης – Χριστός της έβαλε στο δάκτυλο ένα ωραίο δακτυλίδι και της είπε:
”Ιδού σήμερα σε λαμβάνω για νύμφη Μου άφθορο και αιώνιο. Φύλαξε με ακρίβεια αυτή τη συμφωνία και μη λάβης πλέον άλλον νυμφίον επίγειον”. Με τα λόγια αυτά του Χριστού ξύπνησε η Αγία Αικατερίνη. Κοίταξε το δεξί της χέρι και βλέπει – ώ του θαύματος! – οτι φορούσε το δακτυλίδι, ενώ στη ζωή της ποτέ άλλοτε δεν είχε φορέσει!
Πλημμύρισε τότε η καρδιά της από ιερή συγκίνησι και θείο έρωτα. Δόθηκε από τότε ολόψυχα στον Χριστό.
Η εν Χριστώ βιοτή της Αγίας
Η Αικατερίνα είχε διαλέξει τον δρόμο της: της τελείας αυταπαρνήσεως, της ολοκληρωτικής αφιερώσεως στον Θεό. Απέρριπτε κάθε πρόταση για επίγειους δεσμούς και με το φωτεινό, το σπινθηροβόλο πνεύμα της και τα γενναία αισθήματα της καρδιάς της στάθηκε αμετακίνητα πιστή στην υπόσχεση της προς τον Κύριο. Με μεγάλη προσοχή και θερμότατη προσευχή αντιμετώπιζε τις συχνές παγίδες του μισόκαλλου εχθρού, που προσπαθούσε με δόλο να την μετακινήσει από το στέρεο πνευματικό βάθρο της. Η ισχυρή θέληση της, η σταθερή πίστη της, η χάρις του Θεού την αναδείκνυαν πάντοτε νικήτρια στον πόλεμο εναντίον της σαρκός, εναντίον των επιθέσεων του δαίμονος που καραδοκούσε την στιγμή να ταράξει τον λογισμό και να σπείρει την αμφιβολία. Όμως για την Αγία ένα πράγμα ήταν ξεκαθαρισμένο: ο δρόμος της ο επίγειος θα έπρεπε να έχει τέρμα του την υψηλότερη έκφραση του πνευματικού αγώνος, την αγιότητα. Την διάπυρη αγάπη της στον Θεό την διοχέτευε, όπως ήταν φυσικό, στον πλησίον. Πλούσια στα αισθήματα, πλούσια και στις προσφορές. Έτσι στην δυστυχία των άλλων αποδεικνυόταν ο παρήγορος άγγελος της Ελπίδος. Ο καταγαυσμός της ψυχής της διαχεόταν ευεργετικά σε όλους και πιο πολύ στους αδύνατους στην πίστη. Αλλά εκεί που θριάμβευε ήταν οι ατέλειωτες συζητήσεις για τα μαρτύρια που υπέφεραν οι πιστοί του Κυρίου. Και τους στήριζε όλους. Εδραίωνε μέσα τους την αλήθεια. Νουθετούσε και χειραγωγούσε με γνησιότητα αισθημάτων φιλαδέλφως. Καθώς η Αγία Αικατερίνα βρέθηκε να έχει πλούτη πολλά, τα διένεμε με ιδιαίτερη αγαλλίαση στους πένητες. Να καλυφθούν ανάγκες τρέχουσες. Διαλεκτική, ήρεμη, συζητούσε «περί των δογμάτων ως ο μάλλον εγκρατής αυτών θεολόγος». Με ευφράδεια και αξεπέραστη πειθώ διέλυε όλες τις απορίες και τις αμφιβολίες. Διαπρύσιος κήρυκας της αλήθειας του Χριστού ενέπνεε ακόμα και αυτούς τους ειδωλολάτρες, οι οποίοι αδυνατούσαν να υπερασπιστούν τα άψυχα είδωλα τους και μετατρέφονταν ευτυχείς στην μόνη αληθινή πίστη. Η ευρυμάθεια της, τα ψυχικά και πνευματικά της χαρίσματα, η όλη εμφάνιση της, η έντονη προσωπικότητα της, την επέβαλαν παντού. Έγινε το σημείο αναφοράς στον τόπο της.

Η Αγία στην φυλακή
Η Αλεξάνδρεια τυλίγεται στους καπνούς από τις θυσίες στους ψεύτικους θεούς. Ο αυτοκράτορας Μαξιμίνος (307-313 μ.Χ.) είχε ζητήσει τη προέλευση των κατοίκων της πόλεως σε μια θεαματική εορταστική εκδήλωση να τιμηθούν τα κατλαπτυστα είδωλα. Πρόκληση μεγάλη για τους Χριστιανούς της πειοχής. Και η Αγία Αικατερίνα πρώτη αντιδρά με υψηλό φρόνημα και γενναιότητα της καρδιάς της. Ζητά να συναντήσει τον άρχοντα. Και η Αγία με την ευφράδεια που την διακρίνει ελέγχει τον Μαξιμίνο και παραθέτει τα επιχειρήματα τηςσε μια έκρηξη ομολογίας της πίστεως. Ο τύραννος σαστησμένος από το θάρρος της νεαράς δίνει εντολή να την φυλακίσουν. Στην φυλακή η Αγία προγεύεται την τρυφή του παραδείσου μεσ’ από ανήκουστα βασανιστήρια. Μέσα στον σκοτεινό θάλαμο προσεύχεται και δοξολογεί τον Κύριο.

Η Αγία και οι πενήντα ρήτορες
Ο σκληρός τύραννος, όργανο του διαβόλου, εξοργισμένος σκέπτεται ημέρα και νύχτα πως θα αντιδράσει δυναμικά. Ο λαός είδε και άκουσε. Συγκλονίστηκε από την νίκη της, την δύναμη της ψυχής της. Ένιωσε μειωμένο τον βασιλέα. Κι εκείνος με μια φαεινή, όπως πίστευε, ιδέα αποφασίζει να αντιπαραθέσει στην Αγία τους φημισμένους φιλοσόφους και ρήτορες της Αλεξάνδρειας. Αισιόδοξος για την έκβαση καλεί την σοφή νεανίδα από την φυλακή. Άγγελος όμως Κυρίου την επεσκέσθει στην φυλακή και της προλέγει την νίκη: «μή φοβοῦ, ἡ παῖς τοῦ Θεοῦ• ἰσοῦ γάρ δοθήσεται σοί σοφία ἐπί τή σή σοφία παρά Θεοῦ καί πείσεις τούς πενήκοντα ρήτορας. Οὐ πείσεις δέ μόνον ἁπλῶς, ἀλλά καί αὐτούς καί πολλούς σύν αὐτοῖς ἑτέρους προσάξεις Θεῶ. Εἴτα καί αὐτή τόν τοῦ μαρτυρίου στέφανον ἀναδήσει». Έτσι οι γνωστοί σε όλους, οι μοναδικοί για την σοφία και την δύναμη τους ρήτορες της Αλεξάνδρειας όχι μόνον ηττώνται στις υποτονικές τους προσπάθειες να μεταπείσουν την νεαρά Αικατερίνα, αλλά μεταστρέφονται όλοι στον Χριστιανισμό, και ομολογούν ευθέως την πίστη του στον αληθινό Θεό. Μαζί τους ομολόγησαν την πίστη τους και πολλοί ειδωλολάτρες που παρακολουθούσαν έκπληκτοι. Έξαλλος και τυφλωμένος ο αυτοκράτορας δίνει διαταγή να καούν στην πυρά οι μάρτυρες. Την εσπέρα, ευσεβείς χριστιανοί θέλησαν να πάρουν τα λείψανα των Μαρτύρων και διαπίστωσαν με συγκίνηση ότι είχαν μείνει άθικτα από την φωτιά.

Η οργή του Μαξιμίνου
Ο αυτοκράτορας Μαξιμίνος χρησιμοποιεί τώρα ως όπλο την υποκρισία. Με γλυκόλογα και μεγαλόστομες υποσχέσεις προσπαθεί να προσεγγίσει την καρτερόψυχη κόρη. Αλλά η Αγία Αικατερίνα με την ίδια πάντοτε ψυχική δύναμη, απέρριπτε τις αμαρτωλές προτάσεις του άρχοντα απαντώντας με λόγους πύρινους για τον Νυμφίο Χριστό. Ο τύραννος εξοργίζεται και δίνει διαταγή να της αφαιρέσουν την βασιλική πορφύρα και να την χτυπούν με βούνευρα. Το παρθενικό σώμα της βάφτηκε στο αίμα. Η ψυχή της η λάμπουσα δέεται περίπαθα σε Εκείνον. Ανήμερο θηρίο ο Μαξιμίνος διατάσσει και πάλι την φυλάκιση της μάρτυρος. Μέσα στην φυλακή την βασανίζουν οι βάρβαροι δήμιοι, ημέρα και νύχτα. Όμως η Αγία είναι πλέον κάτοικος ενός άλλου κόσμου. Μέτοχος της αναφαίρετης ειρήνης, επικοινωνεί από την σκοτεινή φυλακή με τον Σωτήρα. Γνωρίζει πως αυτός ο ψυχρός χώρος είναι το τελευταίο σκήνωμα της επάνω στην γη. Φαντάζει σαν άγγελος με ανοικτές τις φτερούγες, έτοιμη να μεταβεί καλλίνικος στους ουρανούς. Τον μόνο της στόχο. Που πληροί με θεία αισθήματα την καρδιά της.

Η Αυγούστα Φαυστίνα και η ακολουθία της
Η Αυγούστα Φαυστίνα, η σύζυγος του Μαξιμίνου, συνοδευόμενη από τον στρατηγό Πορφυρίωνα και διακόσιους στρατιώτες ποθεί να συναντήσει την περίφημη Αικατερίνα. Η Αγία την δέχεται με απέραντη αγάπη και το στόμα της και πάλι θα λαλήσει σοφία. Έκσταση διακατέχει το πνεύμα των επισκεπτών. Κλαίοντες όλοι γονατίζουν μπροστά σ’ αυτή την εξαίσια κόρη και ομολογούν με ταπείνωση την πίστη τους στον Λυτρωτή. Η οργή όμως του τυράννου δεν περιγράφεται και αποφασίζει τον άμεσο θάνατο τους, να αποκεφαλιστούν.

Ο φρικτός κολαστήριος τροχός
Ο τύραννος προσπαθεί για μια ακόμα φορά με κολακείες να αλλάξει την Μάρτυρα του Χριστού. Όμως και πάλι ηττάται. Γι αυτό δέχεται χαιρέκακα την πρόταση του υπάρχου Χουρσασαδέμ του πολυμήχανου, ο οποίος προτείνει τρόπο μαρτυρίου για την Αγία Αικατςερίνα τον φρικτό τροχό. Τον κατασκεύασαν σε τρεις ημέρες. Ο τροχός απέληγε σε αιχμηρούς ήλους και εκτείνετο με σχοινί και τροχαλίσκους. Μόλις όμως τοποθέτησαν σ’ αυτόν την γενναία Μα΄ρτυρα, για να διαλύσουν το σώμα της, θεία ευοδκία, ο τροχός κομματιάστηκε και σκορπίστηκε γύρω στον ανοιχτό χώρο. Και έμεινε η Αγία «ως άκμων ανήλατος». Κόσμος πολύς παρακολουθούσε την σκηνή και πολλοί πίστεψαν στον Χριστό θαμβωμένοι από το παράδοξο τούτο γεγονός. Μάταια παλαίει με τον Θεό ο Μαξιμίνος. Έτσι ανήμπορος και έξαλλος διατάσσει τον αποκεφαλισμό της Αγίας ενδόξου Μεγαλομάρτυρος Αικατερίνης με ξίφος.

Ο αποκεφαλισμός της Αγίας
Στρατιώτες παρέλαβαν την κόρη και την οδήγησαν στον τελικό τόπο του μαρτυρίου. Πολλές γυναίκες, επιφανείς και επίσημες, είχαν συγκεντρωθεί εκεί και ολοφυρόμενες «τήν τελευταίαν ἐκείνην ἐκδημίαν ἐπένθουν. Ἡ δέ μεθ' ὑγιοῦς πάνυ καί ἀταράχου της καταστάσεως, καιρόν εἰς προσευχήν αἰτεῖ, καί διδούσι τήν χάριν οἱ στρατιῶται, καί χείρας ἅμα καί ψυχήν εἰς οὐρανούς ἀνασχοῦσα, «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός μου, ἔφη, εὐχαριστῶ σοί ὅτι ἔστησας ἐπί πέτραν τούς πόδας μου καί κατεύθυνας τά διαβήματά μου, καί νῦν ἐκτεινόν σου τάς ὑπέρ ἠμῶν τραυματισθείσας σταυρῶ παλάμας καί δέξαι τήν ψυχήν ἤν ὑπέρ σου καί τῆς σῆς ὁμολογίας κατέθυσα... ἀλλ' οἶς ὑπέρ σου ἐξέχεα αἵμασι τάς ἐμᾶς κηλίδας ἀπόπλυνον»» (Συμεών ο Μεταφραστής). Η Αγία Αικατερίνα είναι πανέτοιμη μπροστά σε μια πραγματικότητα πού με πάθος ανέμενε. Το μεγάλο της όνειρο να «τελειωθεί» για τον Κύριο είναι πλέον προ των πυλών. Και η προσευχή της αυτή την στιγμή, θερμότερη παρά ποτέ, εκτοξεύεται στους ουρανούς ως βέλος πύρινο. Η ευγνωμοσύνη της προς το Πάνσεπτο Πρόσωπο του Κυρίου ξεχειλίζει. Αλλ' ιδού! Η μοναδική στιγμή φθάνει. Παλλόμενον υψώνεται το ξίφος του δημίου. «Χριστέ μου, δόξα, Σωτήρ καί ρύστα, σύ οὔν δέξαι τό πνεῦμά μου» ψιθυρίζουν τά χείλη της. Και η τιμία κάρα της Μεγαλομάρτυρος αποκόπτεται. Αλλ' ώ θαύμα μέγα! «Οι παρόντες γάλα είδον αντί αίματος» να ρέει. Η αγνή, η πιστή, η σεμνή, η ενάρετη, η γενναία, η σοφή, η παρθένος, εγκαταλείπει την επίγεια βιοτή μέσα στο λευκό. Και σε ηλικία τρυφερότατη. Απόδειξη της θείας καθαρότητός της και του σημείου ότι οι ουρανοί την δέχονται ως νύμφην εκλεκτή του Χριστού! Σε ξέχωρη θέση, δίπλ' από την Άχραντη Μητέρα Του. Το έτος 307 μ.Χ. Πού βάφτηκε στο αίμα τόσων Μαρτύρων.
Το άστρο του Σινά
Αμέσως μετά τον αποκεφαλισμό της Αγίας Αικατερίνης, άγγελοι Κυρίου εστάλησαν «το εκείνης σώμα προς το Σινά όρος προπέμπειν». Το τοποθέτησαν στα λευκά φτερά τους, ευωδιαστό κι ανάλαφρο, σαν Άστρο λαμπερό, στην ύψιστη κορυφή του όρους, ύψους 2642 μέτρων πάνω από την θάλασσα. Το τίμιο λείψανο της Αγίας Αικατερίνης ανακαλύφθηκε κατά τον η΄ αιώνα στις παρυφές του όρους, από Χριστιανούς της Αιγύπτου και μεταφέρθηκε στην Μονή του Σινά. Οι Σιναΐτες μοναχοί με βαθειά ευλάβεια και συγκίνηση περισσή το τοποθέτησαν στον Ναό της Μονής σε μαρμάρινη λάρνακα, πάνω από την οποία καίουν εννέα ολόχρυσες κανδήλες. Από τότε η Μονή έλαβε το όνομα της Αγίας Μελαλομάρτυρος Αικατερίνης. Η μεγάλη, η ένδοξος Μάρτυς, η πάνσοφος Αιακτρίνα γίνεται δείκτης της ψυχικής ωραιότητος, που μέσα από τα σκοτάδια άγει προς το αιώνιο φως. Και θα μπορείς κοντά της στο Σινά να απορρίψεις τις γήινες σκέψεις και να αφήσεις το πνεύμα ελέυθερο για τα υψηλά και τα θεία. Εκεί θα λάβεις ευλογία και το συμβολικό δακτυλίδι με το μονόγραμμα της Αγίας, που σύμφωνα με την παράδοση της πρόσφερε ο Κύριος για την αγνότητα της της ουράνιας νύμφης, ως «αρραβώνα του Πνεύματος». Και θα γίνεις επαίτης της κληρονομίας των ουρανών, για να ζητάς δια βίου την υιότητα του Πατρός.

Στίχος
Αἰκατερῖνα, καὶ σοφὴ καὶ παρθένος· Ἐκ δὲ ξίφους, καὶ Μάρτυς, ὦ καλὰ τρία! Εἰκάδι πέμπτῃ ἄορ κατέπεφνεν ῥήτορα Κούρην.

Ἀπολυτίκιον Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον
Τὴν πανεύφημον νύμφην Χριστοῦ ὑμνήσωμεν, Αἰκατερίναν τὴν θείαν καὶ πολιοῦχον Σινᾶ, τὴν βοήθειαν ἡμῶν καὶ ἀντίληψιν· ὅτι ἐφίμωσε λαμπρῶς, τοὺς κομψοὺς τῶν ἀσεβῶν, τοῦ Πνεύματος τῇ δυνάμει, καὶ νῦν ὡς Μάρτυς στεφθεῖσα, αἰτεῖται πᾶσι τὸ μέγα ἔλεος.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον Ἦχος δ'
Ἡ ἀμνάς σου Ἰησοῦ, κράζει μεγάλη τῇ φωνῇ. Σὲ Νυμφίε μου ποθῶ, καὶ σὲ ζητοῦσα ἀθλῶ, καὶ συσταυροῦμαι καὶ συνθάπτομαι τῷ βαπτισμῷ σου· καὶ πάσχω διὰ σέ, ὡς βασιλεύσω σὺν σοί, καὶ θνήσκω ὑπὲρ σοῦ, ἵνα καὶ ζήσω ἐν σοί· ἀλλ᾽ ὡς θυσίαν ἄμωμον προσδέχου τὴν μετὰ πόθου τυθεῖσάν σοι. Αὐτῆς πρεσβείαις, ὡς ἐλεήμων, σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κοντάκιον Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον
Τὴν σοφίαν ἄνωθεν, κομισαμένη τοῦ λόγου, τῶν ῥητόρων ἤλεγξας, τὰς φληναφίας εὐτόνως· κάλλεσι, τῆς παρθενίας ὡραϊσμένη, αἵμασι, τῆς μαρτυρίας πεποικιλμένη· διὰ τοῦτό σε ὡς νύμφην, Αἰκατερίνα Χριστὸς προσήκατο.

Ἕτερον Κοντάκιον Ἦχος β'. Τὰ ἄνω ζητῶν
Χορείαν σεπτήν, ἐνθέως φιλομάρτυρες, ἐγείρατε νῦν, γεραίροντες τὴν πάνσοφον, Αἰκατερίναν· αὕτη γάρ, ἐν σταδίῳ τὸν Χριστὸν ἐκήρυξε, καὶ τὸν ὄφιν ἐπάτησε, ητόρων
τὴν γνῶσιν καταπτύσασα.

Κάθισμα Ἦχος πλ. δ'. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον
Τὴν σοφίαν τὴν ὄντως ἐξ Οὐρανοῦ, διὰ στόματος Μάρτυς τοῦ Μιχαήλ, λαβοῦσα πανεύφημε, καὶ ἐν ἄθλοις ἀήττητε, τῇ μὲν σοφίᾳ τῇ ἔξω, τοὺς Ῥήτορας ἔπτηξας, τῇ δὲ σοφίᾳ τῇ θείᾳ, τὴν πλάνην ἐμείωσας· ὅθεν καθορῶν σου, τὸν ἀγῶνα ὁ Κτίστης, παρέστη ἐνισχύων σε. Δεῦρο λέγων ἀνάβηθι· οἱ θησαυροὶ γὰρ σε μένουσι· Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην σου.

Ἕτερον Κάθισμα Ἦχος πλ. δ'. Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς
Ἀλεξανδρέων ἡ λαμπρὰ καὶ θεία πόλις, ἐπὶ τῇ μνήμῃ σου σεμνὴ πανηγυρίζει, καὶ γεραίρει τοὺς ἄθλους σου Αἰκατερῖνα οὓς ἔτλης γενναιοφρόνως ὑπὲρ Χριστοῦ· καὶ μέγα βρενθυομένη σοι ἐκβοᾷ· Ὦ Παρθένε πολύαθλε, εἰς οὐρανίους σκηνάς, συνοῦσα νῦν τῷ Κτίστῃ σου, χαῖρε Μάρτυς πανθαύμαστε.

Ἕτερον Κάθισμα Ἦχος δ'. Κατεπλάγη Ἰωσὴφ
Ἡ παρθένος καὶ σεμνή, Αἰκατερῖνα ἡ σοφή, τῇ δυνάμει τοῦ Χριστοῦ, ἐπιρρωσθεῖσα ἀληθῶς, ἀγαλλομένη εἰσέρχεται ἐν σταδίῳ, καὶ τύραννον ὠμόν, καταβαλοῦσα στερρῶς, καὶ πᾶσαν τὴν πληθύν, τῶν δυσσεβούντων ἐχθρῶν, μετ' εὐφροσύνης ἔψαλλεν, ἀκαταπαύστως μεγάλῃ φωνῇ· Χριστέ μου δόξα, Σωτὴρ καὶ ῥύστα, σὺ οὖν δέξαι τὸ πνεῦμά μου.

Ἕτερον Κάθισμα Ἦχος α'. Τὸν τάφον σου Σωτὴρ
Μολοῦσα εὐθαρσῶς, πρὸς ἀγῶνας τρισμάκαρ, ἀνδρείως τὸν Χριστόν, ὡμολόγησας Μάρτυς, καὶ τύραννον ἤλεγξας, δυσσεβῆ καὶ παράφρονα, καὶ κατῄσχυνας, ῥητορευόντων τὰ στίφη, καὶ ἀνέδραμες, εἰς οὐρανίους σκηνώσεις· διὸ σε δοξάζομεν.

Ὁ Οἶκος
Τὴν ἐκ Θεοῦ σοφίαν λαβοῦσα παιδόθεν ἡ Μάρτυς, καὶ τὴν ἔξω καλῶς σοφίαν πᾶσαν μεμάθηκε, γνοῦσα δὲ ἐκ ταύτης τὴν τῶν στοιχείων κίνησίν τε καὶ ποίησιν κατὰ λόγον, καὶ τὸν αὐτὰ ἐξ ἀρχῆς διὰ λόγου ποιήσαντα, αὐτῷ τὴν εὐχαριστίαν ἐν νυκτὶ καὶ ἡμέρᾳ προσέφερε· τὰ δὲ εἴδωλα καθεῖλε, καὶ τοὺς ταῦτα ἀφρόνως λατρεύοντας, Ῥητόρων τὴν γνῶσιν καταπτύσασα.

Μεγαλυνάριον
Νύμφη τοῦ Σωτῆρος πανευκλεής, αἴγλῃ παρθενίας,καὶ σοφίας τῇ καλλονῇ, καὶ μαρτύρων ἄθλοις, λαμπρῶς πεποικιλμένη,Αἰκατερίνα ὤφθης ὡς καλλιπάρθενος.

Related Posts