Eνεργειακά επακόλουθα από την αλλαγή της ώρας

Από την τελευταία Κυριακή του Μαρτίου τα ρολόγια μας δείχνουν τη λεγόμενη «θερινή ώρα», αφού οι δείκτες μετατοπίστηκαν μία ώρα εμπρός από την καθορισμένη εθνική ώρα. Η θερινή ώρα θα διαρκέσει έως την τελευταία Κυριακή του Οκτωβρίου, όταν γυρίζοντας τους δείκτες πίσω θα ανακτήσουμε τη μία ώρα ύπνου που χάσαμε.

Τι κερδίζουμε όμως απ’ αυτό το... πηγαινέλα των δεικτών;
Η πρώτη «μαζική εφαρμογή» της θερινής ώρας ήταν αποτέλεσμα της πετρελαϊκής κρίσης του 1973, που οδήγησε στην επιδίωξη μείωσης της ενεργειακής κατανάλωσης. Η ιδέα απλή: Με τη μετατόπιση των δεικτών μία ώρα αργότερα, αυξάνουμε τον χρόνο που η ανθρώπινη δραστηριότητα εξελίσσεται υπό το φως του ήλιου. Ταυτόχρονα, καθώς τους ανοιξιάτικους - καλοκαιρινούς μήνες ο ήλιος ανατέλλει νωρίς, το πρωινό εγερτήριο γίνεται και πάλι μετά την ανατολή (για τη μεγάλη πλειονότητα του πληθυσμού).
Έτσι μπορεί βάσιμα να υποστηριχθεί ότι η θερινή ώρα προσφέρει 210 ώρες (μία ώρα καθημερινά για επτά μήνες) περισσότερη ηλιοφάνεια με τα αντίστοιχα οφέλη.

Πρόκειται για μια ιδέα που διατυπώθηκε για πρώτη φορά το 1784(!) από τον Βενιαμίν Φραγκλίνο, ενώ εφαρμόστηκε για μερικούς μήνες σε Αγγλία, Γερμανία και ΗΠΑ κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.
Η Ελλάδα την υιοθέτησε από το 1975, ενώ σήμερα την ακολουθούν 70 χώρες. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει υιοθετήσει αυτή την πρακτική, με οδηγία της το 1996, θέτοντας συγκεκριμένο (κοινό) χρονικό πλαίσιο εφαρμογής της.

Ποια είναι όμως τα οφέλη;  
Ο βασικός λόγος για τη θερινή ώρα ήταν η εξοικονόμηση ενέργειας. Οι περισσότερες μελέτες συμφωνούν ότι υπάρχει ενεργειακό όφελος, το οποίο όμως είναι τελικά σχετικά μικρό, καθώς προέρχεται κυρίως από την «αποφυγή» λειτουργίας των λαμπτήρων φωτισμού.
Όμως σήμερα η κατανάλωση ρεύματος για φωτισμό αντανακλά σε ολοένα και μικρότερο ποσοστό της συνολικής κατανάλωσης, ειδικά τους καλοκαιρινούς μήνες, που μπαίνουν σε λειτουργία και τα κλιματιστικά. Η κατανάλωση έχει μειωθεί και λόγω χρήσης λαμπτήρων χαμηλής κατανάλωσης. Σύμφωνα με έκθεση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ερευνητικές εργασίες που πραγματοποιήθηκαν σε διάφορες χώρες υπολογίζουν ενεργειακή εξοικονόμηση μεσοσταθμικά της τάξης του 0,5%.
Στις χώρες του Νότου, μεταξύ αυτών και η Ελλάδα, το όφελος κινείται λίγο πάνω από 0,5%. Στην Ελλάδα υπολογίζεται ότι το όφελος μπορεί να φτάνει τα 20 - 30 εκατομμύρια ευρώ. Ο ιταλικός κρατικός οργανισμός ηλεκτρικής ενέργειας (ENEL) είχε υπολογίσει παλιότερα ότι η θερινή ώρα επέτρεπε εξοικονόμηση 126 εκατ. ευρώ ανά έτος (0,3% της εθνικής κατανάλωσης). Σε ευρωπαϊκό επίπεδο η εξοικονόμηση υπολογίζεται σε 0,8 δισ. ευρώ.
Υπάρχουν βέβαια και μελέτες με διαφορετικό συμπέρασμα, αλλά σε χώρες όπως οι ΗΠΑ και η Αυστραλία, που υποστηρίζουν ότι η θερινή ώρα οδήγησε σε αύξηση της κατανάλωσης κατά 1%. 
Άλλες έρευνες υποστηρίζουν ότι μεγαλύτερα θα είναι τα ενεργειακά οφέλη, ειδικά στις χώρες της βόρειας Ευρώπης, από την επέκταση της θερινής ώρας και τον χειμώνα.
Αν στον τομέα της ενέργειας τα οφέλη είναι μάλλον καχεκτικά, μεγαλύτερα οικονομικά πλεονεκτήματα καταγράφονται σε τουρισμό και αναψυχή. Τουρίστες και πολίτες μπορούν να πραγματοποιήσουν περισσότερες δραστηριότητες και επισκέψεις και μάλιστα σε συνθήκες απαλού φωτός και σχετικής δροσιάς.
Θετικές ωστόσο φαίνεται να είναι οι επιδράσεις της θερινής ώρας στην καταπολέμηση του ατμοσφαιρικού ρύπου του όζοντος, που αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της εγχώριας ρύπανσης. Το όζον είναι δευτερογενής ρύπος, που σχηματίζεται υπό την επήρεια των ηλιακών ακτίνων.
Το γεγονός ότι η πρωινή κυκλοφοριακή αιχμή... βρίσκει τον ήλιο μία ώρα πίσω συμβάλλει ώστε να μη σχηματίζεται όζον από νωρίς το πρωί. Επίσης, η ύπαρξη φωτός μέχρι αργά συμβάλλει στην αποφυγή τροχαίων ατυχημάτων, αλλά και... κλοπών ή ληστειών.
Αναμφίβολα η πιο θετική συνεισφορά της θερινής ώρας είναι η καλή διάθεση που δημιουργεί η ύπαρξη φωτεινότητας έως αργά το απόγευμα γεγονός που επιτρέπει παρατεταμένες δραστηριότητες στην ύπαιθρο.
Στον αντίποδα, μελέτες μιλούν για διαταραχές και προβλήματα αϋπνίας, καθώς και για αύξηση των ιατρικών επισκέψεων τις πρώτες μέρες μετά την αλλαγή της ώρας (έως και 11%).
Πάντως, οι αρνητικές αυτές επιδράσεις, δεν έχουν μεγάλη διάρκεια, ξεπερνιούνται μετά τις δύο πρώτες εβδομάδες από την αλλαγή.
Εκτός από τους χρονίως πάσχοντες από αϋπνία, βέβαια...
Του Γιάννη Ελαφρού


Related Posts