Τα πρότυπα ομορφιάς αλλάζουν συνέχεια

Τα γυναικεία πρότυπα φυσικής ομορφιάς και εμφάνισης εξελίσσονται και αλλάζουν με τις δεκαετίες, ανεξάρτητα από τα επαγγέλματα και τις καταστάσεις.
«Η νέα ανδροκρατούμενη βιομηχανική κοινωνία προσδιορίζει με σαφήνεια», όπως επισημαίνει η επίκουρη καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών, ψυχολόγος-κοινωνιολόγος, Χριστίνα Αντωνοπούλου «ως αποφασιστική ποιότητα και μοναδικό περιεχόμενο της γυναικείας προσωπικότητας την ομορφιά και το καλλίγραμμο σώμα με τις
αναλογίες που αυτή θεωρεί ώς τις πιο ιδεώδεις.
Ετσι όπως παρουσιάζεται τόσο από τα ΜΜΕ όσο και από τον Τύπο, περιοδικά κ.λπ., η ομορφιά κρίνεται με βάση τις διαστάσεις που έχει το τέλειο στήθος, η μέση, οι γοφοί και γενικά οι υπόλοιπες αναλογίες, με βασικό επιστέγασμα για τη συνολική εμφάνιση το κλασικό παρθενικό πρόσωπό της».
«Η συστηματική προβολή της ανατομικής παρουσίας της γυναίκας τόσο από τα ΜΜΕ όσο και από τις βιομηχανίες καλλυντικών ως πρωταρχικό-κοινωνικό στοιχείο επιτυχίας και αποδοχής έχει αποτέλεσμα», αναφέρει η κ. Αντωνοπούλου, «τη δημιουργία και την ανάπτυξη άσβεστου ανταγωνισμού ανάμεσα στις γυναίκες στο επίπεδο της εμφάνισής τους, των ρούχων, των κοσμημάτων και στην απόκτηση υπεροχής, αλλά κυρίως αποδοχής, θαυμασμού και αναγνώρισης. Ιστορίες όπως του Πάρη που πρόσφερε το μήλο στην πιο όμορφη, την Ελένη, ή του Ιουστινιανού, που δεν διάλεξε την Κασσιανή, βρίθουν κατά χιλιάδες στην ιστορία και στην παγκόσμια βιβλιογραφία».
«Γνωρίζουμε πλέον», προσθέτει η ίδια, «ότι μια όμορφη γυναίκα σύμφωνα με τα ισχύοντα πρότυπα έχει εξασφαλισμένες σημαντικές προϋποθέσεις για κοινωνική και οικονομική άνοδο. Η γυναικεία ομορφιά εξακολουθεί και στις μέρες μας να έχει πανίσχυρη και απαρασάλευτη ανταλλακτική αξία, που δεν κλονίζεται μάλιστα από τις διακυμάνσεις του χρηματιστηρίου και το ανεβοκατέβασμα των υλικών αγαθών της παγκόσμιας αγοράς.
Τόσο η ανδροκρατική εξουσία όσο και τα ΜΜΕ ανακαλύπτουν νέες μορφές και νέα σχήματα για να ανασυνθέτουν τους καθιερωμένους ρόλους και να υποτάσσουν ιεραρχώντας πολλές άλλες ανάγκες τους, προκειμένου να επιβιώσει η ανδρική νοοτροπία. Η εκμετάλλευση της γυναίκας -εκμετάλλευση σωματική, πνευματική και σεξουαλική- δημιουργεί και την ανάπτυξη έντονου ανταγωνισμού ανάμεσα στις γυναίκες στην προσπάθειά τους να ανταποκριθούν όσο καλύτερα μπορούν στα μοντέρνα πρότυπα που προωθούνται από τα ΜΜΕ, σύμφωνα με τις ανδροκρατικές προδιαγραφές.
Η σύγχρονη κοινωνία, που έχει διαμορφώσει τα πρότυπα της γυναικείας εμφάνισης, επιμελημένα και συστηματικά έχει καλλιεργήσει το συσχετισμό της εμφάνισης με την ποιότητα του μυαλού της γυναίκας».
Οπως τονίζει η κ. Αντωνοπούλου, «η μυθολογία, η ιστορία και η λογοτεχνία, αλλά και τα διάφορα έντυπα, καθώς επίσης και τα ΜΜΕ, εμφανίζουν τη γυναικεία ομορφιά ως ακαταμάχητο κοινωνικό όπλο για ανέλιξη και επιτυχία, άρα και τη συνακόλουθη σεξουαλικότητα της γυναίκας, που σε τελευταία ανάλυση επισημαίνει το σημαντικότερο ρόλο της. Με λίγα λόγια, η δύναμη της γυναίκας είναι η σεξουαλικότητά της. Δεν της χρειάζεται μυαλό, αλλά ομορφιά για να πετύχει -πού να πετύχει;- στην αποδοχή και αναγνώριση από έναν άνδρα. Ετσι οι γυναίκες, οι νέες κοπέλες που δεν πληρούν τα προβαλλόμενα πρότυπα και μοντέλα, κατατρύχονται από τα ζητήματα της φυσικής τους εμφάνισης και αυτοαξιολογούνται από κεκτημένη ταχύτητα και αταβισμό με βάση τα ισχύοντα σεξουαλικά πρότυπα».
Οσον αφορά τις συνέπειες, η κ. Αντωνοπούλου υπογραμμίζει ότι «σήμερα μεγάλος αριθμός νέων γυναικών βιώνει χαμηλή αυτοεκτίμηση και ανασφάλεια, συναισθήματα που έχουν ψυχοσωματικές παρενέργειες και εμμονές. Πολλές γυναίκες, για να μπορέσουν να ανταποκριθούν στα πρότυπα, ιδιαίτερα κατά την εφηβική ηλικία, αυτοϋποβάλλονται σε εξαντλητικές δίαιτες και παντός είδους στερήσεις, για να μπορέσουν να πλησιάσουν ή και να ξεπεράσουν τα προτεινόμενα διαστασιολογικά σταθερότυπα του σώματος.
Η λεπτή και κομψή γυναίκα, έτσι όπως παρουσιάζεται από τα ΜΜΕ, είναι ένας κοινωνικός όρος που αφορά το γυναικείο φύλο σε τέτοιο βαθμό, που συσχετίζεται με την κοινωνική αποδοχή του ατόμου, τη συναισθηματική του αποδοχή ή απόρριψη και τη συνακόλουθη κοινωνική περιθωριοποίηση που οδηγεί στη συναισθηματική απομόνωση, νεύρωση και χαμηλή αυτοεκτίμηση».

Related Posts