ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΓΛΩΣΣΑΡΙ

Αβανιά
Ρετσινιά, κακολογία, συκοφαντική διάδοση.
Αβάντα
1. Πλεονέκτημα, κέρδος, όφελος που συνήθως προέρχεται από επιλήψιμη διαδικασία, μίζα.
2. Υποστήριξη συνήθως έμμεση, μέσο, αβάντζα
3.(στο θέατρο): σύνολο γνωρισμάτων ρόλου ή παράστασης που σκοπεύουν στο να προσελκύσουν το κοινό με εξωτερικά, συνήθως φανταχτερά μέσα.
Αβανταδόρος
Ο εικονικός παίχτης, ο υποτιθέμενος αγοραστής που ενεργεί ώστε να προσελκύσει υποψήφια θύματα. Ειδικότερα, ο αβανταδόρος δρα στον "παπά": ένας στήνει τον "παπά" και οι συνεργάτες του, σαν κοινοί διαβάτες, "παίζουν" και "κερδίζουν", ώστε να πεισθεί ο αφελής ότι μπορεί να κερδίσει και εκείνος, αν παίξει.
Αβέρτα
Φανερά, άφοβα, χωρίς προφύλαξη, απροκάλυπτα.
Αγάλι
Σιγά, ήρεμα. [μεσαιων. αγάλη < αγαληνά < γαληνά]
Αγάντα
Κρατήσου γερά, μείνε κοντά.
2. κάνε υπομονή, κουράγιο.
Άγιος Νείλος
Περιοχή του Πειραιά, κοντά στο Χατζηκυριάκειο , όπου και η ομώνυμη εκκλησία.
Ακρόπολη, ΘεσσαλονίκηΤο βορειότερο και ψηλότερο τμήμα της παλιάς πόλης της Θεσσαλονίκης, στην περιοχή της Άνω Πόλης.
Ό,τι διασώθηκε από την πυρκαγιά του 1917, περιλαμβάνει τα τείχη της Ακρόπολης και το Επταπύργιο, το Γεντί Κουλέ .
Αλάνης
Πλήρης επεξήγηση στην Κλίκα.
Αληθινή
Παραδοσιακό χωριό ανάμεσα στην Ερμούπολη και την Άνω Σύρο.
Αλμπάνης
αδέξιος, άπειρος στη δουλειά του, ατζαμής, ( συνήθως λέγεται για τεχνίτες και γιατρούς).
[< από το (ν)αλμπάν(τ)ης < τουρκ., περσ. nalbant < nalbent = πεταλωτής]
Ανάπλι
Γνωστή, παλιά φυλακή ανατολικά της Ακροναυπλίας, στο εσωτερικό του όρμου.
Αρκετές οι αναφορές σ' αυτήν και στα τραγούδια και στη Λογοτεχνία, όπου περιγράφονται οι ιδιαίτερα σκληρές τιμωρίες σε βάρος των κρατούμενων, όπως και η άδικη κράτηση.
Ανθίζομαι
Αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω κάτι που υποκρύπτεται, παίρνω είδηση, πιάνω, ψυχανεμίζομαι.
Άννυ Όντρα
Η Άννυ Όντρα (Anna Sophie Ondrakova) ήταν ηθοποιός και τραγουδίστρια, λαμπρό αστέρι του Χόλυγουντ.
Αντάμ αμάν
Άνθρωπέ (μου) έλεος.
Αντάμης
Παλικάρι, άντρας, θαρραλέος.
Το επίθετο "αντάμικος" περισσότερο σε χρήση στο ουδέτερο και πάντα για άψυχα αντικείμενα σημαίνει "αντρίκειο" αλλά και "αυθεντικό".
Αντελικιώτισσα
Η καταγόμενη από το Αντελικό ή Αιτωλικό, κωμόπολη στο νομό Αιτωλοακαρνανίας.
Ανφάν γκατέ
Κυριολεκτικά, το κακομαθημένο παιδί, το χαϊδεμένο, το μαμόθρεφτο.
Κατ' επέκταση, ο "καθώς πρέπει", ο εκλεπτυσμένος άνθρωπος (ή και κυρία).
Απάχης
Ονομάζονταν έτσι οι περιπλανώμενοι άνεργοι των μεγαλουπόλεων του Μεσοπολέμου. Επίσης, ο αλήτης, αλλά και ο κακοποιός. Τίτλος και οπερέτας της εποχής: "οι Απάχηδες των Αθηνών".
Αποτάζω
Αποκτώ.
Αραμπάς
Άμαξα με τέσσερις τροχούς που την έσερναν βόδια ή άλογα, κάρο. Χλευαστικά, η λέξη λέγεται επίσης για χερσαίο μεταφορικό μέσο που είναι υπερβολικά αργό.
Αρετσού
Παραλιακό προάστιο της Θεσσαλονίκης, στο Δήμο Καλαμαριάς.
Δημιουργήθηκε από Έλληνες πρόσφυγες που ήρθαν στη Θεσσαλονίκη μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, προερχόμενοι από την Αρετσού (αρχαία Αρέθουσα), παραλιακή πόλη της Προποντίδας, το όνομα της οποίας και διατήρησαν στη νέα τους πατρίδα.
Ασίκης
1. λεβέντης, άντρας που συνδυάζει σωματικά και ψυχικά χαρίσματα.
2. Ο αγαπητικός, ο εραστής.
3. Στις γλώσσες της Ανατολής σημαίνει τραγουδιστής, πλανόδιος οργανοπαίκτης, τροβαδούρος. Τα τραγούδια των Ασίκηδων ήταν μακροσκελή, περιείχαν και διηγήσεις, κομμάτια από έπη με λόγια προσαρμοσμένα στην επικαιρότητα.
Άσος
1. εδώ, με τη μεταφορική σημασία, για κάποιον που είναι άριστος, πρώτος, που διακρίνεται σε έναν τομέα.
2. Επίσης, ο αριθμός ένα ή η πλευρά του ζαριού που είναι σημαδεμένη με μία μόνο βούλα ή το χαρτί της τράπουλας που έχει μόνο ένα χαρακτηριστικό σημάδι.
3. Στη φράση: "μένω στον άσο" = με εγκαταλείπουν όλοι και μένω μόνος, αποτυχαίνω, ή κάνω λάθος υπολογισμούς και μένω αδέκαρος.
4.Ή, "άσος κρυμμένος στο μανίκι" = κρυφό πλεονέκτημα που θα χρησιμοποιηθεί την κατάλληλη στιγμή.
Ατζαμής
Προηγείται η αραβική λέξη "Ajami", που σημαίνει "Πέρσης" [άρα, και "ξένος", "βάρβαρος" (έννοιες που απαντώνται επίσης) για τους Άραβες]. Στη συνέχεια, μεταφέρεται ως δάνειο στην τουρκική, ως "Acemi", με την έννοια αρχικά του έφηβου, του στρατολογημένου με το παιδομάζωμα, ο οποίος εκπαιδεύεται για να καταταγεί στο σώμα των γενίτσαρων, στη φρουρά των σουλτανικών ανακτόρων. Εξελικτικά η λέξη παίρνει τις εξής σημασίες: αμάθητος, πρωτόπειρος, πρωτόβγαλτος, πρωτάρης, κακότεχνος, ανίδεος, άπειρος... και με αυτές τις έννοιες έχει περάσει η λέξη και στη δική μας γλώσσα.
Άφρα
Ο αφρός της θάλασσας, η κορυφή.
Α.Χ.Ε.Π.Α.
Ακρωνύμιο του οποίου τα αρχικά μεταφράστηκαν ως "Αμερικανική Ελληνική Εκπαιδευτική Προοδευτική Εταιρεία". Ιδρύθηκε το 1922.
Βαλαντώνω
Στενοχωριέμαι υπερβολικά, μαραζώνω, εξαντλούμαι σωματικά.
Βαλεντσιάνες
Οι γυναίκες της Βαλέντσιας ή Βαλένθιας, μια από τις 17 αυτόνομες κοινότητες της Ισπανίας στα ανατολικά της χώρας.
Βάρνα
Περιοχή της Θεσσαλονίκης, εκτός των τειχών, μεταξύ των δήμων Θεσσαλονίκης και Νεάπολης.
Βεδουΐνος, Βεδουΐνα
Οι νομαδικές φιλές των Αράβων βοσκών, οι οποίες εντοπίζονται σε όλο το μήκος των εκτάσεων που καλύπτει η έρημος, από τις ακτές της Σαχάρα στον Ατλαντικό μέχρι τη Χερσόνησο του Σινά και ανατολικά την Αραβική έρημο.
Βεράνι
Ολοκαύτωμα, καταστροφή, ετοιμόρροπο κτίσμα.
Βερεσέ
Μάταια (ακούω), χωρίς να δίνω σημασία ή να παίρνω υπόψη μου κάτι.
2. Αρχικά σημαίνει "με πίστωση", "χωρίς άμεση πληρωμή".
Βέρος
Αληθινός, γνήσιος, πραγματικός, αυτόχθων.
Βέρτζινος
Aγνός, αθώος, παρθένος.
Βιδάνιο
1. τα ποσοστά από τα κέρδη χαρτοπαιξίας που έχει το δικαίωμα να κρατάει η χαρτοπαιχτική λέσχη ή το καφενείο, αλλιώς γκανιότα.
2. το υπόλειμμα πιοτού στο ποτήρι, το απόπιομα.
Βίλι Φριτς
Willy Fritsch (1901 - 1973), διάσημος Γερμανός ηθοποιός.
Πρώτη του συμμετοχή σε ταινία το 1921 στη "Miss Venus", αλλά οι μεγαλύτερες επιτυχίες ήρθαν γι' αυτόν όταν εμφανίστηκαν ως ζευγάρι μαζί με την Lilian Harvey, από το 1928 και έως το 1937
Βλάμης, Βλάμισσα
1. αδελφοποιτός, σταυραδελφός, φίλος, σύντροφος.
2. γενναίος, λεβέντης, ασίκης.
Βορονώφ Σεργκέϊ
Ρώσος φυσιολόγος (1866-1951), που πήρε τη γαλλική ιθαγένεια το 1897.
Στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο υπηρέτησε ως διευθυντής στο χειρουργικό τμήμα του ρωσικού νοσοκομείου στη Γαλλία.
Βουρλά
Περιοχή της Σμύρνης.
Γαλατάς
Περιοχή της Κωνσταντινούπολης, στη βόρεια πλευρά του Κερατίου κόλπου.
Γαλησσάς
Χωριό στη δυτική πλευρά της Σύρου, 7 χιλιόμετρα από την Ερμούπολη.
Γεντί Κουλέ
Η διαβόητη, ίσως η δεύτερη (μετά τ’ Ανάπλι ) χειρότερη φυλακή του ελληνικού χώρου, στη Θεσσαλονίκη, ένα κάτεργο που χρησιμοποιήθηκε όχι μόνο για ποινικούς κρατούμενους, αλλά και για χιλιάδες αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης και των δημοκρατικών αγώνων του ελληνικού λαού κατά την περίοδο του Εμφύλιου.
Ένα μνημείο του οποίου ένα μέρος ακουμπά σε αρχαίο τείχος του 4ου π.Χ. αιώνα και το υπόλοιπο στο φρούριο του Επταπυργίου, κτίσμα του 12ου αιώνα.
Γιαβάς - γιαβάς
Σιγά – σιγά.
Γιαβάσης
Ήρεμος, ψύχραιμος, αυτός που αποφεύγει τους καυγάδες. Επίσης, σιγανός, ήπιος.
Γιαβουκλού
Αγαπητικός, αγαπητικιά, ερωτευμένος, ερωτευμένη.
Γιαβρούμ
Παιδί μου, μωρό μου (προσφώνηση). [τουρκ. yavrum].
Γιαγιάδες
Οι αδελφοί Ιωάννης, Κίμων και Κων/νος Γιαγιάς, γαιοκτήμονες και τοπάρχες Σαμιώτες, αφού αγωνίστηκαν για την ένωση της Σάμου με την Ελλάδα, αργότερα οργάνωσαν κίνημα για την αυτονομία του νησιού τους και για απόσχιση από το Ελληνικό Κράτος. Φυγόδικοι κατέφυγαν στην Τουρκία, από όπου έκαναν δυο κινήματα κατά της Σάμου, συνελήφθησαν το 1927 και εξοντώθηκαν από την κεντρική εξουσία.
Γιαγκίνι και Γιανγκίνι
1.Πυρκαγιά.
2. μεγάλο πάθος, έρωτας.
Γιαρές, Τζαρές
1. δουλειά.
2. τραύμα, πόνος, ψυχικός πόνος"
3. "Γιαρές" είναι και ερωτικό ανατολίτικο τραγούδι που τραγουδιέται με πάθος.
4. Στη Μάνη που λέγεται η λέξη αυτή, έχει και την έννοια «δύναμη».
Γιαραμπί
"Κύριος κι ο θεός των Μουσουλμάνων (ο Γιαραμπής), Κύριος κι ο θεός των Ιουδαίων (ο Ιεχωβάς)".
Γιατάκι
1. το στρώμα, το κρεβάτι και γενικά το μέρος όπου κοιμάται κάποιος.
2. κατάλυμα, λημέρι, κρυψώνα, ορμητήριο, άντρο.
Γιλντίζ
Αστέρι.
Γινάτι, Ινάτι
Πείσμα, επιμονή.
Γιορντάνι
Περιδέραιο, κολιέ από χρυσά ή ασημένια φλουριά.
Γιουρούκοι, Yόrόkler
Μια από τις φυλές των νομάδων [ίσως μια ονομασία η οποία χρησιμοποιούνταν για να καλύψει τους νομαδικούς τουρκμενικούς πληθυσμούς που ασχολούνταν με την κτηνοτροφία (παράγεται από το παλαιοτουρκικό ρήμα -yori- = περπατώ, βαδίζω σε πορεία) και απαντάται σε 47 φωνηεντικές παραλλαγές)] εγκαταστάθηκαν στη Μικρά Ασία μόνιμα, ασχολούμενοι σε μεγάλο βαθμό με την κτηνοτροφία. Εξισλαμίστηκαν, αλλά μόνο επιφανειακά, διατηρώντας τη θρησκοληψία, τις δεισιδαιμονίες και τα ανιμιστικά στοιχεία της προηγούμενης θρησκείας τους.
Γιούργια
1. Έφοδος, επίθεση.
2. προτρεπτικό και ενθαρρυντικό για κάποια ομαδική προσπάθεια.
3. εμπρός.
Γιούσερ
Είδος μαύρου κοραλλιού, φυτού που αναπτύσσεται στο βάθος της θάλασσας, με το οποίο κατασκευάζονται είδη διακόσμησης.
Γκεζί
Παρέα, συμφωνία, λούκι, συνάντηση.
Γκελ
Έλα.
Γκιαούρ Ισμίρ
Σμύρνη προδότρα, άπιστη, σύμφωνα με τους Τούρκους. Οι Έλληνες καμάρωναν για το χαρακτηρισμό αυτό.
Γκιαούρης
Άπιστος. Οι Τούρκοι χαρακτήριζαν έτσι όσους δεν αλλαξοπίστησαν. Η λέξη, γι' αυτούς, σημαίνει "προδότης".
[τουρκ. gavur].
Γκιζερίζω
Τριγυρνώ, περπατώ και παρακολουθώ.
Γκιουζέλ
Ωραίος, πανέμορφος.
Γκιουλέκας
Αυτός που παριστάνει τον νταή, το σκληρό, τον παλληκαρά.
Γκλάβα
Κεφάλι.
Γκραν
Πολυτελής, αυτός που αρμόζει σε επίσημες περιστάσεις.
Γυαλί Καφενές
Καταγώγιο γνωστό της εποχής.
Δαχτυλήθρες
Παιχνίδι, στο οποίο έπρεπε να ποντάρεις και να βρεις σε ποια από τις τρεις (συνήθως) δαχτυλήθρες [που είχε μπροστά του ο "παπατζής" ] μπορεί να βρισκόταν το στραγάλι, η φακή ή το ρεβύθι.Ακούγεται στο τραγούδι: "Ο Παπατζής" (1934)Στ., μουσ.: Β. ΠαπάζογλουΕρμην.: Στ. Περπινιάδης"... έπαιζα και δαχτυλήθρεςμα συ μου ξηγιόσουν τρίχες..."
Δερβέναγας
΄Ανθρωπος με τυραννική συμπεριφορά που ασκεί αυθαίρετη και απόλυτη εξουσία, σατράπης. Κατά λέξη, ο αρχηγός των ένοπλων που φρουρούσαν τις διαβάσεις των βουνών. [τουρκ. derbent (στενό πέρασμα, φαράγγι, χαράδρα) και agasi (αγάς): "ο αγάς του δερβενίου"].
Δερβίσης
1. Ο λεβέντης, ο περήφανος.
2. Ονομασία μουσουλμάνου μοναχού που ζει σε ειδικά ασκητικά κέντρα, τους τεκέδες.
Δερβισόμαγκας
Λεβέντης, μάγκας.
[τουρκ. derviş = φτωχός, αφοσιωμένος στο Θεό]
Δεφτέρι
Τετράδιο για λογαριασμούς ή σημειώσεις, αρχείο δημόσιας αρχής, κιτάπι, κατάστιχο, βιβλιαράκι, σημειωματάριο.
Δραγουμάνος
O διερμηνέας, ο μεταφραστής (άτομο συνήθως μη τουρκικής καταγωγής που υπηρετούσε στηνΑυλή του Σουλτάνου).
Εϊ γκιουλέ ολσούν
Σε καλό να βγει.
Ειρκτή
1. Η φυλακή, κάθε τόπος καταδίκης ή ακούσιας κράτησης .
2. Κάθε χώρος στον οποίο καταλήγει κανείς χωρίς να μπορεί να ξεφύγει.
3. Επίσης, κάθε ποινή στέρησης της προσωπικής ελευθερίας για χρονικό διάστημα 5 έως 20 ετών, η κάθειρξη.
Εν-Αρ-Ε (NRA)
Αμερικάνικη οικονομική βοήθεια στους μετανάστες για την οικοσκευή τους.Ακούγεται στο τραγούδι:"... με το εν-αρ-ε, θα σου πάρω καναπέ..."[ΝRA (National Recovery Act = Πράξη Εθνικής Αποκατάστασης)]
Εσμέρ σεκερίμ
Μελαχρινή (μου) γλύκα
Ζαπιές, Ζαπτιές
Χωροφύλακας ή αστυνομικός του παλαιού τουρκικού κράτους.
Ζαράρι
Η εσκεμμένη ζημιά, το κακό, η χασούρα.
Ζαργάνα
Λεπτή, λυγερή και ευκίνητη γυναίκα (κυριολεκτικά: είδος ψαριού με στενό και μακρύ ρύγχος, με μήκος 40-80 εκατοστά και νόστιμο κρέας).
[μεσαιων. ζαργάνη < πιθανόν, αρχ. σαργάνη].
Ζοριλίκι
Νταηλίκι, μαγκιά, τσαμπουκάς, εκδήλωση αποφασιστικότητας.
Ζορμπάς
Γενναίο παλλικάρι (που έρχεται σε σύγκρουση με τα αφεντικά, παίρνει τα όπλα του και ανεβαίνει στα βουνά), περήφανος, ανυπότακτος, ανεξάρτητος, εκδικητής, αντάρτης. Ομάδες Τούρκων που συγκρούονταν με την εξουσία, για να αποφύγουν την καταδίωξη, έπαιρναν τα βουνά και ονομάζονταν Ζορμπάδες. Οι Ζορμπάδες ήταν ο πονοκέφαλος της τουρκικής εξουσίας, παράγοντας αταξίας και ανησυχίας. [τουρκ. Zorba].
Ζορμπαλίκι
Oνομαζόταν ένας συγκεκριμένος τρόπος ζωής, κάτι σαν λαϊκό αντάρτικο. Μάλιστα στη συνείδηση των Τούρκων ταυτίζονταν με τους κλέφτες. [σύμφωνα με το τούρκικο λεξικό: Zorba:
1. τύραννος, δεσπότης, καταπιεστής, δυνάστης, σατράπης
2. τραμπούκος, κέρατο βερνικωμένο, αντράκι
3. βίαιος, δεσποτικός, καταπιεστικός, σατραπικός].
Ζούλα
1. Στα κρυφά, σε μια στιγμή εφησυχασμού, χαλάρωσης των άλλων.
2. καταφύγιο, κρυψώνας.
Ικιτέλι
Δίχορδος ταμπουράς.

Καβουρμάς
1. Το τσιγαρισμένο κρέας που φτιάχνεται με κρεμμύδι και βούτυρο.
2. Κρέας που έχει καβουρντιστεί και φυλάσσεται σε λίπος, μέχρι να χρησιμοποιηθεί.
3. Σε μερικές περιπτώσεις καβουρμάς λέγεται και το ξεροψημένο, τραγανό, κουλούρι.
Καδέλι, Κάδος
Μεγάλο μεταλλικό ή πλαστικό δοχείο στο οποίο τοποθετούνται βαριά αντικείμενα.
Ακούγεται στο τραγούδι:"Ο Μάρκος ο πολυτεχνίτης" (1937)Στ., μουσ.: ΠεριστέρηςΕρμηνεία: Βαμβακάρης, Καρύβαλη"...Το βράδυ το καδέλι μου το τσάκωνα στα χέρια..."
Καζαντίζω, Καζάντι, Καζάντια
Προκόβω, βγάζω λεφτά, κερδίζω, κάνω περιουσία.
[τουρκ. Kazandim, αορ. του ρ. kazanmak].
Καλάμι
Το μαρκούτσι που χρησιμοποιούσαν σε αυτοσχέδιους ναργιλέδες.
Καλαμπαλίκι
Θόρυβος που προκαλείται από συγκεντρωμένο πλήθος, οχλαγωγία, χάβρα.
Καλάρω
Ρίχνω πετονιά, παραγάδι, δίχτυα κ.λπ.
Καλντερίμι
1. Λιθόστρωτος δρόμος, συνήθως στενός, με ακανόνιστες στο σχήμα και τη μορφή πέτρες ή πλάκες.
2. Μεταφορικά, η προσπάθεια της πόρνης να εξασφαλίσει πελάτη στο δρόμο.
Καλούμπα
O σπάγγος του χαρταετού, που είναι τυλιγμένος σε ένα κυλινδρικό κομμάτι ξύλου, αλλά και ως προτροπή σε κάποιον (που πετάει αετό), αλλά και για να παρακινήσουμε κάποιον να συνεχίσει κάτι που άρχισε.
Κάμα, Καμίτσα
Δίκοπο μαχαίρι, αιχμηρό."...Αν είσαι κουτσαβάκι, που΄ναι η καμίτσα σου..."
[τουρκ. kama]
Καναβούρι
Το χασίσι.
Καντίνι
Άψογα, στην τρίχα.
Η έκφραση προήλθε από το καντίνι του μπουζουκιού, την πιο υψίφωνη δηλαδή χορδή του, που συνήθως κουρδίζεται πρώτη από τις άλλες.
Κάνω ντου
1. Εισβάλλω σε κλειστό χώρο
2. αιφνιδιάζω με την παρουσία μου
3. ορμάω.
Κάνω την κυρία
Προσποιούμαι τον ανήξερο.
Καπάνταης, Καμπάνταης
O αρχηγός των νταήδων. Συνήθως είχε και δική του περιοχή επιρροής, σε μία γειτονιά, με άσχημα αποτελέσματα αν κάποιος άλλος διεκδικούσε τμήμα της ή και ολόκληρη την περιοχή.
[τουρκ. kabadayi].
Κάπελας
Ταβερνιάρης.
Καπετανάκης
Oνομαστός για τη σκληρότητά του δεσμοφύλακας των φυλακών της Αίγινας, άγνωστο όμως πότε ακριβώς (οι φυλακές της Αίγινας λειτούργησαν από το 1880 έως το 1985).
Καραβάς
Τοπωνύμιο που απαντά σε πολλές περιοχές.
Καρακόλι
Χωροφύλακας.
Καραμπουρνάκι ή Μικρό Καραμπουρνού ή Μικρό Έμβολο
Aκρωτήριο που βρίσκεται στην Καλαμαριά της Θεσσαλονίκης, όπου βρισκόταν η αρχαία Θέρμη του 7ου π.Χ. αιώνα και το βυζαντινό λιμάνι Κελλάριον, αργότερα.
Καραπιπερίμ
Μαύρο πιπέρι.
Καράρι
Το ταιριαστό, το πρέπον, το κανονικό.
Καρδάρας Στέλιος
Πατριώτης, συνελήφθη στον Αϊ-Γιάννη το Ρέντη από τους γερμανοτσολιάδες και σκοτώθηκε στον Άγιο Διονύση, στον Πειραιά, το '43, σε ηλικία 19 χρονών. Τον έκλαψε όλη η Κοκκινιά.
Κάρντιφ
Πρωτεύουσα της Ουαλίας και η μεγαλύτερη πόλη της.
Βρίσκεται στα νότια της χώρας.
Καρτούτσο
Δοχείο κρασιού που χωράει ποσότητα ίση με το 1/4 του κιλού.
Καρφωτήδες
Προδότες, ρουφιάνοι.
Κασαβέτι
Λύπη, στενοχώρια.
Κασαδόρος
Διαρρήκτης χρηματοκιβωτίου.
Κασμάς και Γκασμάς
Εργαλείο για σκάψιμο σε σκληρό έδαφος, με ξύλινο στέλεχος και σιδερένια κεφαλή, η ο οποία έχει μια τρύπα στη μέση, όπου μπαίνει το στέλεχος, και της οποίας το ένα άκρο είναι αιχμηρό και το άλλο πλατύ.
Καστιγκάρι
Εξελληνισμένο και με παραφθορά το διαβόητο Καστλ Γκάρντεν (Castle Garden) , το κτηριακό συγκρότημα στο Έλις Άϊλαντ, νησάκι στην είσοδο του λιμανιού της Νέας Υόρκης.
Εκεί ήταν το σημείο υποδοχής και ταυτόχρονα λοιμοκαθαρτήριο για τους των μετανάστες μας.
Κασόμπρα
Η τιποτένια, η άσχημη, η χαμηλής νοημοσύνης, η κακοντυμένη και με κακούς τρόπους γυναίκα.
Καταπινάρι
O φάρυγγας, μέσω του οποίου η τροφή κατεβαίνει στο στομάχι.
Κατ' επέκταση, το λαρύγγι, οι φωνητικές ικανότητες ενός ανθρώπου.
Ως προσφώνηση: "...Γεια σου, Γεωργία, να χαρώ το καταπινάρι σου..."
[από το ρ. καταπίνω < καταπιόνας < καταπινάρι]
Κατσαμάκια
Καμώματα, νάζια, υπεκφυγές, προφάσεις.
Κατσάρι
Η δερμάτινη παντόφλα.
Κατσιβέλα
Γύφτισσα.
[ιταλ. cattivelo=σκλάβος, δυστυχής]
Κατσιρμάς
1.Λαθρεμπόριο.
2. Τα καπνά που τα μετέφεραν λαθραία, τότε που υπήρχε κρατικό μονοπώλιο στον καπνό.
Καψούρης, Καψούρα
Ερωτευμένος με πάθος και συνήθως χωρίς ανταπόκριση, παθιασμένος με κάτι.
Κελεπτσές
Χειροπέδες.
Κεμετζές
Η ποντιακή λύρα. [τουρκ. Kemence < περσ. keman "δοξάρι"].
Κένταυροι
Ήταν το όνομα της 131ης μεραρχίας αρμάτων του Ιταλικού στρατού, που ήταν ενισχυμένη σε πεζικό με τάγματα Αλβανών και Μελανοχιτώνων και είχε την υποστήριξη από βαρύ πυροβολικό και αεροπορικές δυνάμεις. Παρά την υπεροχή πυρός που είχαν οι Ιταλοί Κένταυροι όμως, γνώρισαν την ήττα από τους Έλληνες στις μάχες που έγιναν στο Καλπάκι, τις πρώτες μέρες της ιταλικής εισβολής στην Αλβανία. Στο Καλπάκι πρωτακούστηκε και η περίφημη πολεμική ιαχή “αέρα” των Ελλήνων φαντάρων.
Κεπούρα Ζαν
Διάσημος βαθύφωνος της Σκάλας Mιλάνου.
Κερχανάς
Μπορντέλο.
Κεσάτι
Η αναδουλειά, η πτώση της εμπορικής κίνησης και δραστηριότητας
[τουρκ. λ. Kesat]
Κιμπάρης
Άνθρωπος με φυσική ευγένεια, γενναιόδωρος, ντόμπρος και αξιοπρεπής. Επίσης, αυτός που είναι ντυμένος με ρούχα ακριβά, κομψά και διακριτικά.
[τουρκ. kibar].
Κισμέτ
Η μοίρα, το πεπρωμένο, ως αναφορά στη μουσουλμανική κοσμοθεωρία και στην ανατολίτικη μοιρολατρία.
Κιτάπια
1. Τα κατάστιχα,
2. τα εμπορικά ή λογιστικά βιβλία
3. (ενίοτε ειρωνικά), οι σημειώσεις, τα χαρτιά.
Κλωστηρού
Η εργάτρια σε εργοστάσιο κατασκευής νημάτων, σε νηματουργείο.
Κογιονάρω
Κοροϊδεύω, εμπαίζω, ειρωνεύομαι. [βενετ. cogionar].
Κοζάρω
1. Κοιτάζω κάποιον ή κάτι προσεκτικά, βλέπω, διακρίνω, μπανίζω.
2. Το προσεκτικό κοίταγμα (κυρίως στη φράση "κάνω κόζι ή παίρνω κόζι" = παρακολουθώ, παίρνω μάτι, μπανίζω).
3. Στη χαρτοπαιξία, το ισχυρό φύλλο που νικάει τα υπόλοιπα.
Κολαουζέρης
O επιτηρητής, ο καθοδηγητής των δυτών.
Κολντεμίρι
Η αμπάρα.
Κολτσίνα ή κοντσίνα ή κολιτσίνα
Από τα πιο απλά και «αθώα» παιγνίδια της τράπουλας, βασιλιάς των ανά την επικράτεια καφενείων! Το παιγνίδι είναι μάλλον Ρώσικης προέλευσης. Παίζεται με όλα τα φύλλα της τράπουλας, συμμετέχουν δυο ή τέσσερις παίχτες και στην πιο απλή μορφή του οι πόντοι που προσπαθεί να συγκεντρώσει κάθε παίχτης είναι πέντε. Δυο παίρνει όποιος έχει πάνω από είκοσι έξι φύλλα, ένα πόντο όποιος έχει τα περισσότερα σπαθιά, ένα πόντο όποιος έχει το δύο σπαθί και ένα πόντο o κάτοχος του δέκα καρώ.
Κομισέρης
Αξίωμα στο οθωμανικό αστυνομικό σώμα στις αρχές του 20ού αιώνα, ο επιθεωρητής της αστυνομίας, ο εντεταλμένος, ο επίτροπος.
Κόνιαλης
1. Κάτοικος του Ικονίου (Κόνια, στα τουρκικά).
2. Χορός των τουρκόφωνων Ρωμιών του Ικονίου. Πολλοί ταβερνιάρηδες του Γαλατά ήταν Κονιαλήδες και τον χόρευαν.
Κονιόρος
Ο ξύπνιος, ο μάγκας.
Κόνξες
1. Νάζια, πείσματα.
2. αντιδραστική ενέργεια ή συμπεριφορά, καπρίτσιο, ιδιοτροπία, παραξενιά.
3. υπαναχώρηση σε κάτι, το οποίο είχα υποσχεθεί ή το οποίο είχα συμφωνήσει.
Κοντζαγάκι
Τοποθεσία στα περίχωρα της Σμύρνης.
Κοντραμπατζής
Λαθρέμπορος.
Κοντραπάντο ή κοντραμπάντο (λέξη λατινικής καταγωγής) σημαίνει λαθραίο εμπόριο, λαθρεμπόριο (και μεταφορικά: τέχνασμα, απάτη).
Κορτάκιας
Συνώνυμο - Ετικέτα: Κορτάκηδες αυτός που ερωτοτροπεί συνεχώς.
[ιταλ. corte = αυλή παλατιού < λατιν. cohors. Αρχική έννοια: φέρομαι ευγενικά, όπως αρμόζει σε αυλικούς].
Κουβέρτα
Στη ναυτική ορολογία, το κατάστρωμα του πλοίου.
Γενικά, μια συνεχής οριζόντια επιφάνεια που μπορεί να εκτείνεται σε όλο το μήκος του πλοίου ή να περιορίζεται σε μέρος αυτού.
Κουκλουτζάς
Χωριό στα περίχωρα της Σμύρνης με καθαρά ελληνικό πληθυσμό από το 19ο αιώνα.
Κουλαντρίζω
Χειρίζομαι επιδέξια, χρησιμοποιώ, καταφέρνω κάτι, τα βγάζω πέρα, "τα ρίχνω" σε κάποιον ή κάποια.
[τουρκ. kullandi, kullanmak= χρησιμοποιώ, οδηγώ].
Κούλουρη
Η Σαλαμίνα
Κουμπές
Τρούλος, θόλος εκκλησίας ή αρχοντικού.
[τουρκ. kubbe < από τα αραβ.].Κουμπουριά
Η πιστολιά
Κουμπούρας
Αυτός που κρατά κουμπούρα, δηλαδή πιστόλι παλιού τύπου.
[ τουρκ. kubur, ελλην. αντιδάνειο < από το κουμπί, μια και έβαζαν το πιστόλι σε κουμπωτό περιστήθιο]
Κουνελάκη
Ύψωμα στη Δραπετσώνα.
Κουρνάζος
Ξύπνιος, ανοιχτομάτης, πονηρός, κατεργάρης.
Κουρντίζομαι
Στολίζομαι, ετοιμάζομαι.
Κουσαντιανή
Η καταγόμενη από το Κους Αντασί, τοπωνύμιο παραλιακής περιοχής κοντά στην Έφεσο.
Κουσουμάρω
1. χρησιμοποιώ κάτι με επιτυχία, χειρίζομαι.
2. επιδεικνύω, μοστράρω.
3. φέρομαι, συμπεριφέρομαι.
Κουταλιανός
Ο Παναγής Κουταλιανός (1847-1916) ήταν πρωταθλητής στην άρση βαρών και παλαιστής.
Είχε μεγάλη μυϊκή δύναμη και αθλητικό παράστημα. Δούλευε αρχικά ναύτης σε εμπορικά καράβια και, αργότερα, έγινε επαγγελματίας αθλητής.
Το διάστημα 1882-1892 που βρισκόταν στην Αμερική, νίκησε πολλές φορές σε αγώνες πάλης και άρσης βαρών.
Το όνομα του Κουταλιανού έγινε θρυλικό.
[Το όνομα "Κουταλιανός" το πήρε από την ιδιαίτερη του πατρίδα, το νησί Κούταλη της Προποντίδας].
Κουτούκι
1. Μικρή λαϊκή ταβέρνα.
2. Ξύλα από σκίνα, οι ρίζες των σκίνων.
3. Aυτός που δεν βλέπει από το μεθύσι.
[ τουρκ. Kutuk= κούτσουρο].
Κουτσαβάκι, Κουτσαβάκης
Λαϊκός μάγκας των αρχών του 20ού αιώνα, κυρίως στην Αθήνα, με χαρακτηριστικό μουστάκι, ντύσιμο και τρόπους που μιμούνται τους παλιούς νταήδες της εποχής. Με την πάροδο των χρόνων, οι παλιοί νταήδες κατηγορήθηκαν από την κατεστημένη τάξη για εσκεμμένη επίδειξη δύναμης (η οποία ενδέχεται σε ορισμένες περιπτώσεις να ήταν και πραγματική), με αποτέλεσμα η λέξη να αποκτήσει γενικά την έννοια του ψευτοπαληκαρά, αυτού που κάνει επίδειξη δύναμης χωρίς λόγο.
Η ονομασία οφείλεται στον Κουτσαβάκη, υπαρκτό πρόσωπο, γνωστό μάγκα του 19ου αιώνα. Στο λαϊκό τραγούδι η λέξη χρησιμοποιείται με την έννοια του ψευτοπαληκαρά, του νταή. Ο Μάρκος, όμως, στο "Όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά" τη χρησιμοποιεί θετικά. Άγνωστης ετυμολογίας η λέξη.
Κουτσουκάρι ή Κουτσικάρι
O σημερινός Κορυδαλλός.
Από το όνομα του Γεωργίου Κουτσικάρη, ο οποίος κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας είχε ένα μεγάλο τσιφλίκι στην περιοχή.
Κοχλαράκιας
O πρεζάκιας που παίρνει τη δόση του με ένεση χρησιμοποιώντας κουτάλι (κοχλάρι = κουτάλι).
Κουρμπέτι
Η σκληρή, η δύσκολη, γεμάτη βάσανα ζωή, ο αγώνας για τη βιοπάλη.
Ζω στο κουρμπέτι = έχω ψηθεί στη βιοπάλη, έχω μεγάλη πείρα από τις δυσκολίες της ζωής.
[Από το τούρκικο (και προγενέστερο αυτού αραβικό) gurbet = ξενιτειά.
Κούτσουρα του Δαλαμάγκα
Ταβέρνα στη Θεσσαλονίκη.
Είχε το όνομα του ιδιοκτήτη της, Γιώργου Δαλαμάγκα, και λειτούργησε από το 1936 και για 10 χρόνια.
Στην Κατοχή ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο Μάρκος Βαμβακάρης και Γιάννης Παπαϊωάννου δούλευαν σε αυτήν την ταβέρνα.
Κούφιο
1. Περίστροφο, όπλο.
2. Για ανθρώπους: κάποιος χωρίς αξία, άδειος, χωρίς πνευματικές ανησυχίες).
Κρατάω τσίλιες

Παραφυλάω μήπως παρουσιαστεί αστυνομικό ή άλλο εποπτικό όργανο, την ώρα που συνεργάτης ή συνεργάτες μου κάνουν κάτι παράνομο ή παράτυπο, ώστε να τους ειδοποιήσω έγκαιρα.
[ιταλ. ουδ. ciglio = βλεφαρίδα, βλέφαρο].
Κρεμμυδαρού
Περιοχή της Δραπετσώνας, στην Ανατολική της πλευρά.
Σήμερα λέγεται Λιμανάκι.
Γνωστή από τα περίφημα κέντρα της ( όπου έπαιξε η ξακουστή Τετράς του Πειραιά, αλλά και οι: Γ. Τσαούς, Παπαϊωάννου, Χατζηχρήστος, Περιστέρης, Κηρομύτης), αλλά και από τους τεκέδες της.
Κρεπάρω
Σκάω, έχοντας ξεπεράσει τα όρια της ψυχικής μου αντοχής, αισθάνομαι υπερβολική δυσφορία από εσωτερική πίεση, συντρίβομαι.
[<ιταλ. crepare].
Κρίσις
Πρόκειται για την παγκόσμια οικονομική κρίση του 1929 – 1932.
Λάγνος
Φιλήδονος, αυτός που εκπέμπει και προκαλεί ερωτισμό.
Λάζο
Είδος μαχαιριού που διπλώνει στη λαβή, στιλέτο.
Λακριντί
1. Συζήτηση, κουβεντολόι, φλυαρία.
2. παράπονο, βάσανο κ.λπ., με την έννοια του "φλυαρώ - γκρινιάζω για το πρόβλημά μου", "λέω τον πόνο μου".
3. έκφραση πόνου, καϋμού, βασάνων, κλάμα, μουρμούρα και μοιρολόϊ.
[λατιν. lacrimae = δάκρυ, τουρκ. "lakirdi" = κουβεντολόι, κουτσομπολιό].
Λαχανάδες
Πορτοφολάδες - πορτοφόλι.
Επίσης κλέφτες, λαθρόβιοι (τσιμπώ λάχανα: κλέβω πορτοφόλια).
Λάου- λάου
Σιγά-σιγά, με το μαλακό, ύπουλα.
Λεβέντης
Νέος, ανδρείος, ιππότης (τουρκική λέξη).
Στην τουρκική γλώσσα σήμαινε και ναυτικός και πολιτογραφήθηκε και στην ελληνική γλώσσα με παρόμοια σημασία.
Οι Τούρκοι ιστορικοί ονόμαζαν Λεβέντ τους επαγγελματίες ή μισθοφόρους ναυτικούς, τους κουρσάρους, γενικά τους θαλασσινούς. Λεβέντ επίσης ονομάζονταν τα πληρώματα του οθωμανικού στόλου και αποτελούνταν από Έλληνες, Δαλματούς και Αλβανούς ναυτολογημένους από Τούρκους πασάδες.
Λεγένι, Λαγήνι Λαΐνι
1. Γενικά, η λεκάνη
2. η λεκάνη του νιπτήρα.
Λελέκι
1. Ο πελαργός.
2. (μτφ.) πολύ ψηλός και λεπτός άνθρωπος(ονομασία που οφείλεται στην ομοιότητα με το πτηνό).
Λεμές
1. Άνθρωπος κατώτερης στάθμης, κάθαρμα, παλιάνθρωπος.
2. Ονομάζεται έτσι και ένας τύπος ώριμης σταφίδας.
[από το τουρκ. elleme (κατά πάσα πιθανότητα) = μεγάλο αντικείμενο που δεν περνάει από το κόσκινο].
Λεμονάδικα
Η ακτή Τζελέπη, (πλατεία Καραϊσκάκη) .
Οφείλει την ονομασία αυτή ("Λεμονάδικα") στο ότι, στο συγκεκριμένο σημείο, έφταναν και άραζαν καΐκια και ιστιοφόρα εμπορικά, γεμάτα φρούτα, κυρίως όμως λεμόνια, από τα νησιά, και πιο πολύ από τον Πόρο.
Λιμά
1. Τα χαμηλής αξίας χαρτιά στην τράπουλα.
2.Τα λόγια χωρίς σημασία, λόγια χωρίς πειστικά επιχειρήματα.
Λιμάρω τα ζάρια
Παλιά χρησιμοποιούσαν μεταλλικά ζάρια. Όταν τα λιμάρανε από ορισμένες πλευρές, μετατόπιζαν το κέντρο βάρους τους κι έφερναν τις ζαριές που ήθελαν.
Λιμοκοντόρος
Ο νέος που - παρά τη φτώχεια ή την πείνα του - ντύνεται και στολίζεται επιδεικτικά και γενικότερα με τη συμπεριφορά του προσπαθεί να εντυπωσιάσει τους άλλους.
[από το λιμός (πείνα) + κόντης < κόντες].
Λόντος Τζιμ
Ψευδώνυμο του Έλληνα παλαιστή και παγκόσμιου πρωταθλητή πάλης Χρήστου Θεοφίλου (Κουτσοπόδι Άργους 1896 - Η.Π.Α. 1975). Μετανάστης στην Αμερική στα 13 του, ασχολήθηκε με την πάλη και πήρε το προσωνύμιο "Τζιμ Λόντος" από αθλητικογράφο μετά από μια νίκη του στην αρένα "London" του Πόρτλαντ. Το 1930 αναδείχτηκε παγκόσμιος πρωταθλητής, νικώντας το Ρίτσαρντ Σίκατ και διατήρησε τον τίτλο για μεγάλο χρονικό διάστημα. Το 1929 νίκησε στο Παναθηναϊκό Στάδιο τον Πολωνοαμερικανό Καρλ Ζμπισκ, το Ρωσοπολωνό Κβαριάνι (όπως είναι η σωστή εκφορά του ονόματος και όχι "Κοριάνι" όπως λέγεται στο αντίστοιχο τραγούδι) το 1933, μπροστά σε 80.000 θεατές και το Ράικ, το 1956.
Λουλάς
Tο μέρος του ναργιλέ όπου τοποθετούνται:
1. ο καπνός και τα κάρβουνα των καπνιστών
2. το χασίσι ή το όπιο και τα κάρβουνα των ναρκομανών.
("άρτζι μπούρτζι και λουλάς" = χωρίς τάξη ή λογική συνοχή, ανάκατα, φύρδην μίγδην). [τουρκ. lul(e)].
Λούμπα
1. Πέφτω σε (στημένη) παγίδα.
2. πέφτω θύμα απροσεξίας, συμπαιγνίας.
Λωλός
Αυτός που διανοητικά δε στέκει καλά, τρελός, παλαβός αλλά και ανόητος, απερίσκεπτος.
Μαγκιόρος
Μερακλής, εξαιρετικός, ξεχωριστός. Η αρχική σημασία του «μαγκιόρος» είναι «μεγάλος, δυνατός».
Μανιτάρι, Μανίτα
Eίναι ένα κόλπο που κάναν οι πορτοφολάδες για να κλέβουν τα πορτοφόλια σε χώρους με πολύ κόσμο.
Μαργιόλος, Μαριόλος, Μαριόλα, Μαργιόλα
Πονηρός, απατεώνας, καταφερτζής, παιχνιδιάρης. Μαρ(γ)ιολιά: πονηριά, τέχνασμα.
Aρχικά σήμαινε «μαγεία» και μαργιόλα «μάγισσα». Συχνά βλέπουμε αυτή τη σημασία της λέξης σε στίχους ρεμπέτικων (και άλλων).
Μαρμάγκα
1. «Με τρώει - θα με φάει η μαρμάγκα» σημαίνει: «θα πάθω κακό, συμφορά»,»θα καταστραφώ», χρησιμοποιείται η φράση ως απειλή.
2. Είδος δηλητηριώδους αράχνης.
[αλβ. Merimangλ (ή, ίσως, μαρμαγκάνα < μερμηγκάνα -όπως δαγκάνα- < μέρμηγκας)]
Μάπα
1. Πρόσωπο.
2. ανόητος, βλάκας.
3. πράγμα για πέταμα, λόγω κακής ποιότητας.
4. σφαλιάρα, καρπαζιά. Γενικά, ξύλο.
Μάπας
Ο αργιλές.
Μασάτι
1. Το στρoγγυλό ατσάλινο ακονιστήρι των χασάπηδων.
2. μακρύ σκληρό σίδερο για να ακονίζουν τις κόρδες οι βυρσοδέψες.
Μαστούρα, Μαστουρώνω
Oργανική και ψυχολογική κατάσταση ανθρώπου που βρίσκεται υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών. [τουρκ. Mastor].
Μαστραπάς
Mικρό φορητό δοχείο για τοποθέτηση υγρών, ιδίως πόσιμου νερού ή κρασιού. [τουρκ. masrapa].
Ματσαράγκα
Απάτη, κατεργαριά, λοβιτούρα.
Ματσαράγκας: ο απατεώνας.
Μαυραγορίτης
Aυτός που πουλά, διοχετεύει αγαθά στη μαύρη αγορά. Ειδικά στην Κατοχή, οι μαυραγορίτες εκμεταλλεύονταν την ανάγκη του πληθυσμού για τρόφιμα πουλώντας σε υπέρογκες τιμές και θησαυρίζοντας απ' αυτή τους την απασχόληση.
Μαύρο
Tο κατεργασμένο χασίσι, που ονομάζεται με διάφορα ψευδώνυμα (ψημένο, σοκολάτα, λιβάνι κ.ά.).
Μαύρος
1. Χωροφύλακας (ίσως από το σκούρο, σχεδόν μαύρο, χρώμα της στολής τους).
2. «μαύρος» σημαίνει «φουκαράς», «δυστυχισμένος».
Μαχαραγιάς
Kυριολεκτικά, τίτλος Iνδών πριγκίπων ή ηγεμόνων. Κατ' επέκταση, άνθρωπος που ζει μέσα στην πολυτέλεια και τις ανέσεις.
[γαλλ. maharaja < σανσκρ. maha "μεγάλος" raja "βασιλιάς"].
Μαχμουρλής, Μαχμούρης
Αυτός που είναι νωθρός ή γενικά βαρύθυμος, συνήθως ύστερα από πολλές ώρες ύπνου.
Μέγκλα
Φράση που χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει κάτι κομψό, φίνο και πολυτελές, ένα προϊόν άριστης ποιότητας.
Μεμέτης
Ο Μουσουλμάνος, ο Μωαμεθανός, κατά τους Έλληνες (ίσως σύντμηση του «Μωάμεθ»).
Μεντρεσές
Mουσουλμανικό ιεροδιδασκαλείο.
Μερακλής
1. Πρόσωπο που του αρέσουν τα ωραία και καλοφτιαγμένα με μεράκι πράγματα
2. αυτός που έχει καλαισθησία, ο λάτρης, ο μανιώδης.
Μετζαρόλια
Φιαλίδιο με άμμο για τον κανονισμό των ωρών των δυτών, είδος κλεψύδρας.
Μετζίτι
Παλιό τουρκικό χρυσό νόμισμα, που ισοδυναμεί με την τουρκική λίρα. Αργότερα έγινε αργυρό, ίσο με το πέμπτο της τουρκικής λίρας και πήρε το όνομά του από το σουλτάνο Αβδούλ Μετζίτ.
[τουρκ. mecidiye ή mecit].
Μετρέσα
Γυναίκα που συζεί με τον εραστή της ή συντηρείται από αυτόν. [γαλλ. maitress(e)].
Μηχανή, Ξέρω μηχανή
Ξέρω τον τρόπο, την κατάλληλη τακτική, είμαι ικανός και πονηρός. Μηχανή: κόλπο, πονηριά, μεθόδευση.
Μισιρλού, Μουσουρλού
H Αιγυπτιώτισσα.
Μοβόρος [< αιμοβόρος]
Πολύ σκληρός, απάνθρωπος, τύραννος.
Μόκο
Σιωπή, "κάνε μόκο": μη μιλάς, μη φέρνεις αντίρρηση.
[ιταλ. moco = τίποτε].
Μοράβας
Βουνό που απέχει 15 χιλιόμετρα από τα Αλβανικά σύνορα.
Η κατάκτησή του από τον ελληνικό στρατό το 1940 σήμανε και την κατάκτηση της Κορυτσάς και την υποχώρηση των ιταλικών δυνάμεων.
Μόρτης, Μόρτισσα
Μάγκας, αλάνι, άνθρωπος με συμπεριφορά πέραν της κοινωνικής συμβατικότητας.
Κατ' επέκταση, η λέξη πήρε τη σημασία αυτού που αψηφά το θάνατο, που ζει μια ιδιαίτερη ζωή, πέρα από τις κοινωνικές συμβατικότητες.
Η λέξη χρησιμοποιείται με θετική σημασία στο λαϊκό μας τραγούδι.
Μουρμούρης
1. Ο σκληρός μάγκας.
2. Στην κυριολεξία είναι αυτός που μιλά μέσα από τα δόντια του, εξ' ου και τα πρώτα τραγούδια των φυλακών, ονομάζονται αδέσποτα ή μουρμούρικα.
Μουρντάρης
Ο μπερμπάντης, αυτός που κάνει απάτες και ακολασίες.
[τουρκ. murdar = βρώμικος].
Μούσμουλα
Οι σφαίρες.
Μουστερής
Ο αγοραστής ή πελάτης, γενικά αυτός που ενδιαφέρεται για κάτι με σκοπό να το αποκτήσει.
[τουρκ. musteri].
Μπαγάσας
Κατεργάρης, επιτήδειος, πονηρός.
Μπαγαποντιά
Πονηριά, απάτη, κατεργαριά, πανουργία.
Μπαγιαντέρα (τα μαλλιά σου)
1. Είδος κουρέματος των αρχών του αιώνα, σε στυλ αντρικό, κοντοκουρεμένο, που προήλθε από μίμηση της ομώνυμης πρωταγωνίστριας της όπερας «Μπαγιαντέρα».
2."Μπαγιαντέρας" ήταν και το παρατσούκλι του Δ. Γκόγκου, λόγω της προτίμησής του στην όπερα αυτή.
Μπαγιόκος
Κομπόδεμα, λεφτά.
Μπαϊρακτάρης
Σημαιοφόρος.
Μπαϊράκι
Σημαία.
[τουρκ. bayrak].
Μπακαράς
Είδος τυχερού παιχνιδιού που παίζεται με τραπουλόχαρτα.
Μπακίρι
1. Ο χαλκός
2. σκεύη, ιδίως μαγειρικά, κατασκευασμένα από χαλκό (συνήθ. πληθ.).
[τουρκ. bakιr].
Μπαλαμούτι
Ψέμα, απάτη.
[παλιό σλαβ. Balamut, ρωσσικ. Balamut].
Μπαμπέσης, Μπαμπέσα Μπαμπέσικος
Πονηρός, ύπουλος.
Μπανίζω
Κοιτάζω με προσοχή και με σημασία, παρατηρώ, προσέχω ιδιαίτερα.
Μπαξίσι
Φιλοδώρημα που δίνει κάποιος για εξυπηρέτηση.
Μπαρμπαριά
Η Αλγερία. Βέρβεροι ή Μπέρμπεροι οι κάτοικοί της, εξ' ου και το όνομά της.
Μπαρμπουτζής
Ο κουμαντάρων το παιχνίδι του μπαρμπουτιού. Μπαρμπούτι: τυχερό παιχνίδι που παίζεται με ζάρια.
Μπασκίνας
Κλασικός υβριστικός χαρακτηρισμός για αστυνομικό.
Λέξη που υπήρχε στα ιδιώματα της Ηπείρου και της Θεσσαλίας αλλά έγινε γνωστή πιο πολύ στην αργκό των αστικών κέντρων, τα χρόνια του μεσοπολέμου.
Στο τραγούδι του Μάρκου, στο θηλυκό γένος μάλιστα, << τις μπασκίνες>> ...
Μπατίρης
Αυτός που δεν έχει χρήματα, ο αδέκαρος.
Μπατιρίζω
Πτωχεύω, ξεπέφτω.
Μπαφιάζω
1. Μπουχτίζω. Εξ' ου και, στην μάγκικη αργκό, η έννοια του «απολαμβάνω ικανοποιητική ποσότητα χασισιού».
2. αισθάνομαι άσχημα, δυσανασχετώ για ορισμένη κατάσταση ή ενέργεια που συνεχίζεται.
Μπαχτσέ Τσιφλίκι,Μπαχτσέ ή Μπαξέ Τσιφλίκ
Περιοχή κοντά στη Θεσσαλονίκη, όπου παραθέριζαν τα καλοκαίρια. Διέθετε πολλές παραθαλάσσιες ταβέρνες.
Μπεγλέρι
Κομπολόι.
Μπεζεστένι
Ήταν η σκεπασμένη αγορά για προϊόντα αξίας.
Αρχικά, μπεζεστένι ήταν η αγορά υφασμάτων.
Ο όρος προέρχεται από την περσική λέξη «bez» που σημαίνει βαμβακερό ή λινό ύφασμα και «bezzaz» που είναι ο έμπορος υφασμάτων. Η λέξη απαντά και στα τουρκικά.
Επειδή όμως στο μπεζεστένι πωλούνταν εκτός από υφάσματα και άλλα πολύτιμα εισαγόμενα ή και ντόπια εμπορεύματα, όπως κοσμήματα και πολύτιμες πέτρες, μπεζεστένι ήταν και ο χώρος φύλαξης και αποθήκευσης πολύτιμων λίθων και ειδών από κεχριμπάρι ή άλλων σημαντικών εμπορευμάτων.
Μπέϊ, Μπέη
Ο Βισκαϊκός κόλπος [Biskaya Bay] στον Ατλαντικό ωκεανό που σχηματίζεται ανάμεσα στις γαλλικές ακτές της Βρετάνης και στις βόρειες ακτές της Ισπανίας.
Μπεκιάρης
Ο εργένης, ο άγαμος άντρας.
Μπελαλής
1. Αυτός που γίνεται αφορμή για φασαρίες, καυγάδες, αντεγκλήσεις.
2. ο ζόρικος, ο δύστροπος.
Μπελεντέρι, Μπιλεντέρι, μπιραντέρι, μπελαδέρι, μπελαντέρι
Αδελφός.
Πρόκειται για την τουρκική λέξη "birader".
[με αντικατάσταση του συμφώνου "ρο" από το "λάμδα",
φαινόμενο γνωστό όχι μόνο από την υιοθέτηση ξένων γλωσσικών δανείων, αλλά και από ανάλογα φαινόμενα παράλληλης χρήσης των συμφώνων αυτών και σε ελληνικές λέξεις, π.χ.: αδελφός, αλλά και αδερφός].
Μπέμπελη
Η ιλαρά.
Βγάζω την μπέμπελη: ζεσταίνομαι υπερβολικά, σκάω από τη ζέστη.
Μπέμπης
Ο αργιλές.
Μπεξινάρι, Μπεχ Τσινάρ
Ονομαζόταν παλιότερα η περιοχή της Θεσσαλονίκης, όπου σήμερα βρίσκονται τα Σφαγεία, μέσα στο λιμάνι της πόλης. Κατά λέξη, «πλατανόκηπος».
[τούρκ. Bes = πέντε, cinar = πλατάνι].
Μπερεκέτι
Αφθονία αγαθών, πλούτος.
Επίσης, γονιμότητα και μεταφορικά ευλογία.
[τουρκ. λ. bereket = αφθονία, ευλογία]
Μπερμπάντης
Γλεντζές, άστατος, γυναικάς.
Μπέσα
Λόγος τιμής, εμπιστοσύνη.
Μπεσαλής
Αυτός που κρατά το λόγο του, ο ντόμπρος, ο έμπιστος, ο τίμιος.
Μπέτης
Στήθος, στέρνο.
Κατ' επέκταση: καρδιά, ψυχή.
Μπιρ Αλλάχ
Ένας ο Αλλάχ.
Μπιτιρίνι
Το στήσιμο τυχερών παιχνιδιών, η μπαρμπουτιέρα.
Μπλόκο
Αποκλεισμός ενός χώρου, έτσι ώστε να μην υπάρχει δυνατότητα διαφυγής από αυτόν ή επικοινωνίας με αυτόν. [ιταλ. blocco].
Μποέμης, Μποέμισσα
Αυτός που ζει ανέμελα, χωρίς να νοιάζετια για τις κοινωνικές συμβατικότητες.
Μπουγιουρντί
Επίσημο έγγραφο, διαταγή με δυσάρεστο συνήθως περιεχόμενο. Αρχική σημασία: έγγραφη διαταγή αξιωματούχου της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Μπουζουριάζω
Συλλαμβάνω και φυλακίζω.
Μπουκάρω
Μπαίνω ξαφνικά ή ορμητικά κάπου, συνήθως προκαλώντας κάποια ανωμαλία.
[ιταλ. boccare < bocca = στόμα, είσοδος λιμανιού]
Μπουλασιλίκι
Θυμός, οργή.
Μπουλμπούλ
Αηδόνι.
Μπουρδούσενα
Η λέξη παραπέμπει σε γυναίκες των πορνείων και των χασισοότείων του 19ου αιώνα και των πρώτων δεκαετιών του 20ου.
Μπουρνάμπασι
Β.Α. της Σμύρνης, έντεκα χιλιόμετρα.
Από τους χίλιους κατοίκους της πριν το μικρασιατικό ξεριζωμό, οι οκτακόσιοι ήταν Έλληνες.
Πρέπει να υπήρχαν πηγές, τρεχούμενα νερά στην περιοχή, από εκεί και η ονομασία της.
Μπουρνόβας
Η Πρινόβαλις των Βυζαντινών, προάστιο της Σμύρνης, στα Β.Α.
Στο προάστιο αυτό έμεναν οι εύπορες οικογένειες της Σμύρνης αλλά ήταν και η συνοικία των ξένων ιδίως των Άγγλων κατοίκων της πόλης.
Μπουτζάς
Πλούσιο προάστιο και δημοφιλής τόπος διακοπών, 9 χλμ Ν.Α. της Σμύρνης .
Σε ανάμνηση αυτής της περιοχής δημιουργήθηκε ο Ν. Βουτζάς, ανάμεσα στη Ραφήνα και τη Νέα Μάκρη.
Μυτιά
Εισπνοή ναρκωτικής ουσίας σε σκόνη καθώς και η αντίστοιχη ποσότητα.
ΝRA (National Recovery Act)
Εν-αρ-ε: αμερικάνικη οικονομική βοήθεια στους μετανάστες για την οικοσκευή τους
NRA=Πράξη Εθνικής Αποκατάστασης.
Ναργιλές, Αργιλές
Είδος ανατολίτικης συσκευής καπνίσματος, που αποτελείται από μακρύ κι ευλύγιστο σωλήνα (το μαρκούτσι), ο οποίος συνδέεται με φιάλη νερού από μικρό πήλινο δοχείο (το λουλά), στον οποίο καίγεται ένα είδος καπνού (τουμπεκί), που διέρχεται πρώτα από τη φιάλη του νερού, για να ψυχθεί και να φιλτραριστεί και κατόπιν διοχετεύεται δια μέσου τ
ου σωλήνα στο στόμα του καπνιστή.
Νεφέσι
1. Κυριολεκτικά, αναπνοή, χνώτο
2. εισπνοή, ρουφηξιά.
Νίλα
Καταστροφή, ζημιά, αποτυχία σε διαγωνισμό ή συναγωνισμό, συμφορά, πανωλεθρία.
[Άγνωστης ετυμολογίας η λέξη. (Πιθανολογείται πως προέρχεται από τη μεσαιωνική λέξη: νίλα < λατ. nilum =τίποτε, ασήμαντο, χωρίς αξία)].
Νισάφι
(Ως επιφώνημα): αρκετά, φτάνει, αμάν.
[τουρκ. insaf, με διαχωρισμό του συμφωνικού συμπλέγματος].
Νταβατζής
Εκμεταλλευτής κοινών γυναικών, «προστάτης».
Νταγιαντίζω, Νταγιαντώ
Υπομένω, αντέχω.
Νταής
Γενναίος, παλληκάρι, τολμηρός, προκλητικός.
Νταηλίκι
Παλληκαριά, ζοριλίκι.
Λέγεται και ειρωνικά, με την έννοια του ψευτοπαλληκαρά, του κουτσαβάκη.
Νταηλίζω
Κάνω τον νταή.
Νταλκάς, Νταλκαδάκι, Νταλγκάς, Νταλγκαδάκι
Πόθος, επιθυμία, σεβντάς, πόνος.
[τουρκ. dalga = κύμα].
Νταμίρα
Ονομασία για το αυτοφυές φυτό Datura stramonium ή τάτουλας, που είναι πλούσιο σε αλκαλοειδείς ουσίες, ατροπίνη κλπ. και που χρησιμοποιείται σαν υποκατάστατο ναρκωτικό.
Νταραβέρι
Οποιαδήποτε συναλλαγή, εμπορική σχέση, δοσοληψία., κοινωνική σχέση, σχέση οικειότητας, θόρυβος, αναστάτωση, διαπληκτισμός.
[ιταλ. dare – avere = δούναι – λαβείν].
Νταρντάνα
Ψηλή, εύσωμη κι ωραία γυναίκα.
Ντεπώ ή Ντεπό
Περιοχή στην ανατολική Θεσσαλονίκη.
Παλιότερα, είχε τους μεγαλύτερους μύλους των Βαλκανίων και ονομαστές ταβέρνες, όπως τα «Κούτσουρα του Δαλαμάγκα», γνωστή και από το «Μπαξέ τσιφλίκι» του Τσιτσάνη.
Ντερμπεντέρης, Ντερμπεντέρισσα
Λεβέντης, ανοικτόκαρδος, άνθρωπος που διασκεδάζει χωρίς να νοιάζεται για το μέλλον, κουβαρδάς.
Ντερτιλής
Αυτός που έχει ντέρτι, πόνο, καημό.
[τουρκ. dertili < derti = βασανισμένος].
Ντερτσάκι, Τερτσάκι
Η τρίτη φωνή.
Ντιντής
Άνδρας μαλθακός, χωρίς έκδηλο ανδρισμό.
Ντορβάς, Τορβάς
Σακκίδιο πλεκτό ή υφαντό από χοντρό μάλλινο ύφασμα, συνήθως πολύχρωμο, το οποίο κρέμεται στον ώμο ή από το λαιμό του ζώου και μέσα στο οποίο τοποθετείται η ζωοτροφή, ταγάρι.
Βάζω το κεφάλι μου στον τορβά: βάζω σε κίνδυνο τη ζωή μου, παίζω τη ζωή μου κορώνα - γράμματα, διακινδυνεύω.
Ντουζένι
Τάξη, αρμονία.
Σαν φράση, "είμαι στα ντουζένια" σημαίνει "έχω κέφια".
Ντουμάνι
Πυκνός καπνός που δημιουργεί αποπνικτική ατμόσφαιρα.
Ντουμπλάρω
1. Καλύπτω την επιφάνεια ενός μετάλλου με άλλο πολυτιμότερο ή ανθεκτικότερο ή εσωτερικά ένα συνήθως λεπτό ή διαφανές ύφασμα με άλλο χοντρότερο (φοδράρω).
2. διπλασιάζω
3. αντικαθιστώ.
ντουμπλέ
Κάλυψη, επένδυση.
Ντουμπλέδες
Διπλοί λουλάδες, ίσως για άμεση αντικατάσταση μετά τη χρήση.
Ντούρος
Σκληρός, αλύγιστος, στητός, άκαμπτος.
Ντούσες
Διπλά, δυάρες.
Ντόρτια
Φέρνουμε "ντόρτια", όταν δείχνουν και τα δυο ζάρια τον αριθμό τέσσερα στο τάβλι.
Ξαβέρι
Τα παλιά Καρβουνιάρικα, περιοχή του Πειραιά, η οποία σήμερα συγκεντρώνει τις κυριότερες ναυτιλιακές δραστηριότητες.
Ξέμαγκας
Αυτός που αποφασίζει να αφήσει την ανέμελη ζωή και να ζήσει προγραμματισμένα.
Ξεφτέρια (του Αγιωργιού)
Τα εξαπτέρυγα [εξ + πτέρυξ]
Οντάς
Δωμάτιο, ιδίως το επίσημο.[τουρκ. oda].
Οντουλάρω
Κατσαρώνω τα μαλλιά, τους δίνω τεχνητό κυματιστό σχήμα, σγουρώνω.
Οντουλασιόν
Το κατσάρωμα των μαλλιών.
Παγανιά
Καταδίωξη, ανίχνευση, σύλληψη ανθρώπου ή ζώου.
Παπάζι, Παπάτζι, Παπάκι
Φέσι με χρυσή φούντα.
Παπάς
Παράνομο και παραπλανητικό παιχνίδι, παιζόταν σε ανοιχτούς χώρους από παίκτες που πόνταραν χρήματα στο ένα από τα 3 τοποθετημένα ανάποδα τραπουλόχαρτα του παιχνιδιού, προσπαθώντας να μαντέψουν ποιο από τα τρία είναι ο Ρήγας.
Παπατζής
Ο επιτήδειος που παίζει το παιχνίδι «παπάς», ο απατεώνας.
Παραδόπιστος
Αυτός που πιστεύει πολύ στο χρήμα, που το αγαπάει υπερβολικά, ο φιλοχρήματος.
Παρακοπή
Οικισμός στα νότια και δυτικά της Ερμούπολης.
Παραπήγματα
Παλιές στρατιωτικές φυλακές στη Βασ. Σοφίας.
Επίσης, παραπήγματα λέγονται οι παράγκες, οι εκτός σχεδίου οικισμοί και οι στρατιωτικές κατασκηνώσεις.
Παρλαμά
Ο Μανώλης Παρλαμάς ήταν ταβερνιάρης στον Πειραιά.
Διακινδυνεύοντας τη ζωή του, με μια βαρκούλα διέσωσε 9 ναυαγούς και περισυνέλεξε 7 πτώματα κατά το ναυάγιο που έγινε στον Πειραιά την 1η Αυγούστου 1937.
Παρτίδες
Οι δοσοληψίες, τα πάρε – δώσε, οι σχέσεις με κάποιον.
Παρόλα, παρόλες
1. Λόγια ανόητα, χωρίς αξία, ακατανόητα.
2. Ομιλία με υπονοούμενα.
Πάστρα
1. Είδος χαρτοπαιγνίου, ξερή.
2. «καθαριότητα».
Περαία
Ξακουστό παραλιακό προάστιο, 13 χλμ. από τη Σμύρνη, κατοικήθηκε κυρίως από Έλληνες.
Περαίας
Άλλη ονομασία του Πειραιά.
Πέραν
Περιοχή στην πλευρά του Κεράτιου κόλπου, απέναντι από το Γαλατά.
Περονιάζω
Για κρύο και υγρασία που είναι ιδιαίτερα διαπεραστικά.
[από την περόν(η)].
Πετσί
Πορτοφόλι, προφανώς από το υλικό κατασκευής.
[μεσαιωική λέξη: "πετσίον" < πεσκίον υποκορ. του σπάν. ελληνιστ. πέσκος =δέρμα]
Πεχλιβάνης
1. Άνθρωπος δυνατός, παλικαράς.
2. αυτός που σε δημόσιες ( συνήθως υπαίθριες) παραστάσεις επιδεικνύει τις σωματικές ικανότητές του για βιοπορισμό.
3. παλαιστής.
Πίκα
Πείσμα, θυμός που νιώθει κάποιος, ο οποίος θεωρεί τον εαυτό του θιγμένο, προσβεβλημένο, μνησικακία.
Πίκινος
Ιδιοκτήτης ενός κέντρου με ορχήστρα που βρισκόταν στο Θησείο, στην οδό Ακάμαντος 26.
Ήταν η περίφημη «Μπύρα του Πίκινου», εξαιρετικά δημοφιλής νυκτερινός προορισμός της εποχής με αξιόλογους μουσικούς.
Πινόκλης
Ελληνοαμερικανική λέξη, παρατσούκλι για κάποιον που παίζει πολύ "Pinocle" (χαρτιά).
Πισκοπιό
Βρίσκεται στις πλαγιές ενός πευκόφυτου λόφου δυτικά της Ερμούπολης.
Υπήρξε το πρώτο αγαπημένο θέρετρο των προυχόντων Ερμουπολιτών, που έκτισαν το 19ο αιώνα εντυπωσιακές και επιβλητικές βίλες.
Ποδαράδες
Παλιά ονομασία της Νέας Ιωνίας, όπου είχαν εγκατασταθεί πρόσφυγες ταπητουργοί από την Πισιδία.
Πορτ Σάϊντ
Αιγυπτιακή πόλη στη μεσογειακή ακτή, στην είσοδο της διώρυγας του Σουέζ.
Ποταμός
Κωμόπολη και εμπορικό κέντρο στα Κύθηρα.
Πουλεύω
1. Φεύγω κακήν κακώς (κυριολεκτικά).
2. (μεταφορικά) "Την πούλεψα "= την πάτησα, την έβαψα.
Πράσο
Πορτοφόλι.
Πρασατζής
Πορτοφολάς, αυτός που κλέβει πορτοφόλια.
Πρέζα
Μικρή ποσότητα ναρκωτικής ουσίας - που πιάνεται ανάμεσα στον αντίχειρα και το δείκτη - σε σκόνη και εισπνέεται. Επίσης, γενικά η μικρή ποσότητα μιας ουσίας σε σκόνη (π.χ. αλάτι), αλλά και η ρουφηξιά.
Πρεζάκιας: αυτός που παίρνει δόση ναρκωτικού από τη μύτη, ο τοξικομανής.
Πρέφα
1. Παίρνω είδηση, αντιλαμβάνομαι.
2. παιχνίδι της τράπουλας.
[γαλ. preference = προτίμηση < preferer =προτιμώ]
Πριγκηπιώτισσα
Κάτοικος της Πριγκήπου,[τουρκ. Bόyόkada], ενός από τα μεγαλύτερα 9 νησιά, τα Πριγκηπονήσια, στην Προποντίδα.
Παλιότερες ονομασίες του νησιού: «Δημόνησος» και «Πιτυούσα», πήρε το όνομα «Πρίγκηπος» όταν έγινε ιδιοκτησία του αυτοκράτορα Ιουστίνου Β΄, ο οποίος το 569 έκτισε παλάτι εκεί.
Ραβαΐσι
 Γλέντι, ξεφάντωμα.
Ραμί
Είδος χαρτοπαιγνίου με διάφορες παραλλαγές που παίζεται συνήθως από 3 έως 7 παίχτες και με 2 τράπουλες.
Ραμολί
Ξεμωραμένος, ξεκούτης.
[γαλλ. ramolli].
Ρασκέτα
Η ξύστρα (εργαλείο των ναυτικών).
Ρεζίλης
Άνθρωπος χωρίς υπόληψη, ξεφτίλας.
[τουρκ. rezil].
Ρεμιζάρω
Παρκάρω.
Ρεμπελιά
Η απραξία, η αποφυγή κάθε κόπου κι εργασίας.
Ρεμπελιό
1. Η απραξία, η αργόσχολη ζωή, η αποφυγή κόπου και δουλειάς.
2. Η ανταρσία, η εξέγερση εναντίον της εξουσίας ή της αρχής, η επανάσταση.
Ρεστάρω
Μένω χωρίς λεφτά.
Ρέστος
Κατεστραμμένος οικονομικά.
Ρέφα
Το μερίδιο του αστυνομικού επί των κλοπιμαίων, με αντάλλαγμα τη σιωπή του.
Ρεφάρω: ξανακερδίζω τα όσα έχω χάσει.
Ροζικλέρι
Παλιός γνωστός κινηματογράφος στην Πατησίων.
Ροκαμβόλ
Ήταν το όνομα ήρωα αστυνομικών μυθιστορημάτων περιπέτειας του Γάλλου συγγραφέα Ponson du Terrail, ήρωες οι οποίοι ήταν ιδιαίτερα δημοφιλείς το δεύτερο μισό του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα.
Ρολίνα
Η ρουλέτα, τυχερό παιχνίδι, συνήθως σε καζίνο.
Κάθε παίκτης στοιχηματίζει σε έναν ή περισσότερους αριθμούς ή και σε χρώμα ενός δίσκου με 37-38 αριθμημένα χωρίσματα σε μαύρο και κόκκινο χρώμα εναλλάξ, ο οποίος περιστρέφεται και στον οποίο ρίχνεται και κυλά με αντίθετη φορά μια μπίλια. Ο παίκτης κερδίζει αν η μπίλια σταματήσει σε αριθμό ή και χρώμα στα οποία έχει στοιχηματίσει.
Ροσσόλι
Κόκκινο ποτό.[ιταλ. rosso].
Ρούγα
Δρόμος ή πλατεία, συνοικία, μαχαλάς.[ιταλ. ruga].
Ρούφος
Ταβάνι.
Σακουλεύομαι
1. Αντιλαμβάνομαι τον κίνδυνο, την απάτη.
2. Υποπτεύομαι, υποψιάζομαι κάτι το οποίο προσπαθούν να μου κρύψουν.
Σαλβάρι
Είδος φαρδιού παντελονιού περισσότερο για γυναίκες, που σουρώνει στον αστράγαλο και στη μέση, παραδοσιακό ρούχο,κυρίως στην Aνατολή, από τα πολύ παλιά χρόνια.
Σαλτάρω
1. Πηδώ.
2. τρελαίνομαι.
Σαλταδόρος
Αυτός που είναι επιδέξιος στο να σαλτάρει.
Ειδικότερα στα χρόνια της γερμανικής κατοχής, αυτός που πηδούσε επάνω στα αυτοκίνητα των κατακτητών για να κλέψει.
Επίσης μικροαπατεώνας, επιτήδειος σε αιφνιδιαστικές ενέργειες.
Σαμπαστιάς
Πρόκειται για την καθολική εκκλησία του Saint Sebastian στην Άνω Σύρα.
Η Σύρος έγινε σημαντικό κέντρο του καθολικισμού στο Αιγαίο, από τα έτη 1644-1699, με τη μεσολάβηση της Γαλλίας και τη στήριξη της Βενετίας.
Σαράκι
Μακροχρόνιος ψυχικός πόνος, καημός που δεν εκδηλώνεται και γι΄ αυτό φθείρει. Κυριολεκτικά, το έντομο που κατατρώει το ξύλο
Σαρμάκο
Σιωπώ, υποχωρώ, συμμαζεύομαι, κάνω τουμπεκί, κάνω πως δεν καταλαβαίνω.
Σατράπης, Σατράπισσα
Άνθρωπος αυταρχικός, σκληρός και βίαιος, με πράξεις και συμπεριφορές υπεροπτικές.
[αρχική σημασία: διοικητής επαρχίας αρχ. Περσικού κράτους].
Σβάρνα, Παίρνω σβάρνα
Γυρίζω με τη σειρά, δεν αφήνω χώρο που να μην τον επισκεφτώ.
Κατ' επέκταση, παρασύρω, χτυπώ.
Σβαρνίζω, Σβαρνώ
Αρχικά σημαίνει περιέρχομαι με σβάρνα (πλατιά και βαριά σανίδα δεμένη κατάλληλα με σκοινιά από άλογο ή βόδι) το χωράφι συμπληρώνοντας το έργο της άροσης. Μεταφορικά τιμωρώ, σκοτώνω.
Σεβιλλιάνες
Οι γυναίκες της Σεβίλλης, (Sevilla), καλλιτεχνικής, πολιτιστικής και οικονομικής πρωτεύουσας της νότιας Ισπανίας, πρωτεύουσας της κοινότητας της Ανδαλουσίας.
Σεβντάς
Ο ερωτικός καϋμός, η λαχτάρα, ο έρωτας.
Σέκερη
Οδός παράλληλη της Μέρλιν, όπου στην κατοχή ήταν η έδρα της Γκεστάπο.
Στο αρχηγείο της Γκεστάπο στη Μέρλιν, εκτός από τόπος βασανιστηρίων, ήταν και ο τόπος λήψης αποφάσεων για ομαδικές εκτελέσεις των πατριωτών κρατουμένων. Από τη Μέρλιν ξεκινούσαν τα καμιόνια, ακολουθούσαν την οδό Σέκερη και κατευθύνονταν με τους μελλοθάνατους στα στρατόπεδα εκτελέσεων, ένα από τα οποία ήταν και το Χαϊδάρι.
Σεκλέτι
Στενοχώρια, καημός, συνήθως ερωτικός.
[τουρκ. Sιklet = βάρος, θλίψη, καημός].
Σελέμης
Αυτός που ζει σε βάρος των άλλων, ακαμάτης, αχαΐρευτος, το παράσιτο που ζει με δαπάνες άλλων.
Σελεμώ / -ίζω: οικειοποιούμαι κάτι όχι δικό μου.
[τουρκ. selem = προπληρωμή].
Σερέτης
Βαρύς, δύστροπος, σκληρός, ευέξαπτος.
[Από το τούρκικο sert (=σκληρός, σκαιός, απότομος), εξ' ου το σερετιλίκι (τούρκικο sertlik = τραχύτητα, σκληρότητα, ορμητικότητα)].Σεργιάνι
περίπατος, βόλτα.
[τουρκ. seyran "εκδρομή" (από τα περσ.)].
Σερμπέτι
είδος πολύ γλυκού και αρωματικού αναψυκτικού.
Σέρτικος
βαρύς.[τουρκ. sert = σκληρός].
Σεχραζάτ
βασίλισσα της Βαγδάτης.
Σηλυβρία
Πόλη της Ανατολικής Θράκης στην Προποντίδα.
Σίδερα
1. φυλακή.
2.χειροπέδες.
Σιδέρης
Όνομα δυο ιδιοκτητών τεκέ, στον Πειραιά και στη Θεσσαλονίκη.
Σκέρτσο
1. προσποιητός τρόπος συμπεριφοράς, ιδίως γυναίκας, για να φανεί χαριτωμένη, νάζι. [ιταλ. Schertzo].
2. Επίσης μουσικός όρος: ζωηρό και εύθυμο μουσικό κομμάτι, τμήμα μιας ευρύτερης σύνθεσης.
Σκαλέτα
τρόπος κλεψίματος στα χαρτιά.
Ανακατεύονταν με τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει έλεγχος της σειράς με την οποία θα εμφανίζονταν.
Σκεντερία
Η Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου.
Η ονομασία "Σκεντερία", για την Αλεξάνδρεια, είναι παραφθορά του ονόματος του ιδρυτή της, Μ. Αλέξανδρου.
Σκουζέ
Λόφος που βρίσκεται στην Αθήνα.
Η παλιά του ονομασία ήταν λόφος της Ευχλόου Δήμητρος.
Πριν από την Επανάσταση του '21 όμως η οικογένεια Σκουζέ απέκτησε μεγάλες εκτάσεις στην περιοχή με αποτέλεσμα όλος ο λόφος να πάρει το όνομά της, το οποίο διατηρείται ακόμα και σήμερα.
Σκούνα
Ιστιοφόρο πλοίο με ψηλά κατάρτια.
Σορολόπ
(το ρίχνω στο) σορολόπ:συμπεριφέρομαι ανέμελα και αδιάφορα, κάνω ό,τι μου έρχεται στο μυαλό αδιαφορώντας για τις συνέπειες ή δεν αντιμετωπίζω κάποιον σοβαρά.
Σουπιατζής
καταδότης, ύπουλος.
Σουρμελίδικα (μάτια)
μαύρα μάτια.
[τουρκ. sourmes = μαύρο φυσικό χρώμα για το βάψιμο βλεφάρων και βλεφαρίδων].
Σουρουκλεμές
άνθρωπος που γυρίζει από εδώ κι από εκεί, αχαΐρευτος.
[τουρκ. sόrόklenmek = σέρνω, σέρνομαι, κάνω άσχημη ζωή].
Σουρτούκα
αλήτισσα, γυναίκα που δεν μένει στο σπίτι αλλά γυρίζει εδώ κι εκεί, άτομο που του αρέσει να αλητεύει και να ζει άστατα και ανέμελα.
Σπαθί, Ξηγιέμαι σπαθί
χωρίς περιστροφές, τίμια, ίσια, χωρίς πλάγια μέσα.
Σπαρματσέτο
κερί, κατασκευασμένο από την ουσία spermaceti, η οποία όταν καιγόταν παρήγαγε ιδιαίτερα λευκή και λαμπρή φλόγα, γι΄αυτό ήταν και ακριβό.
Σπαχάνι
καπνός περσικός, παραφθορά της λέξης Ισπαχάν ή Ισφαχάν (παλιάς πρωτεύουσας της Περσίας).
Σπετσέρης
φαρμακοποιός
Σπηλιά του Δράκου
βρισκόταν πίσω από τον Κερατόπυργο στο Κερατσίνι, αριστερά όπως εισπλέουμε προς τον όρμο, κάτω από το λεγόμενο "Θρόνο του Ξέρξη" - έναν ισόπεδο βράχο.
Στη θέση αυτή υπήρχε κυλινδρικός πύργος, μάλλον ανεμόμυλος, ο λεγόμενος μύλος του Δράκου, από τα ερείπια του οποίου χτίστηκε πυριτιδαποθήκη, που όμως καταστράφηκε από έκρηξη των πυρομαχικών.
Στάμπα
Ειδικό σήμα που έραβαν οι Άγγλοι στην πλάτη του πουκάμισου των Ελλήνων αιχμαλώτων για να τους ξεχωρίζουν από τους Ιταλούς και Γερμανούς.
Σταυρωτής
περιφρονητικά ο αστυνομικός, επίσης ο βασανιστής, ο τύραννος.
Στενή
Η φυλακή.
Στράφι
πηγαίνει κάτι χαμένο, δεν αξιοποιείται ή καταστρέφεται.
[τουρκ. israf , σπατάλη].
Στραπατσάρω
καταταλαιπωρώ κάποιον σωματικά ή ψυχικά. Επίσης προκαλώ μεγάλη ζημιά, τσαλακώνω.
[ιταλ. strapazzar(e)].
Στόκολο
το άνοιγμα στον ατμολέβητα του μηχανοστασίου για την τροφοδότηση με κάρβουνο.
Συγγρού(φυλακές)
Γνωστές για τις απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης των κρατουμένων φυλακές, κτίστηκαν Ν.Δ. του λόφου του Φιλοπάππου, γύρω στο 1880 από τον Ανδρέα Συγγρό.
Ο Συγγρός, γνωστός από το σκάνδαλο των Λαυρεωτικών, επίσης από το πρώτο - για τα ελληνικά χρονικά - σκάνδαλο του Χρηματιστηρίου και υπεύθυνος κατά πολύ για την οικονομική κατάρρευση της Ελλάδας, διέθεσε μέρος από την τεράστια περιουσία του για "αγαθοεργίες", ανάμεσα στις οποίες και οι φυλακές αυτές, που υμνήθηκαν σε αρκετά τραγούδια.
Συνάχι
η χρήση σκληρών ναρκωτικών.
Συναχωμένος
αυτός που έχει πάρει σκληρά ναρκωτικά που παίρνονται από τη μύτη (μυτιές), πρέζες, όπως η κόκα, η ηρωίνη κ.λ.π. Ο χρήστης είχε τη συνήθεια να ρουφάει ή να "παίζει" με τη μύτη του, λόγω των ερεθισμών που προκαλούνταν. 2. Επίσης ο θυμωμένος νταής, το κουτσαβάκι.
Συρμός
1. μόδα, συνήθως στην έκφραση "είναι του συρμού"= είναι μοντέρνο, είναι της μόδας (με αρνητική φόρτιση).
2. αμαξοστοιχία, τρένο.
[ < αρχ. συρμός, κάτι που σέρνεται, που αφήνει ίχνος, σημάδι]
Σότος
φορτωμένος, ματσωμένος.
Σύρμα
το πολύ καλής ποιότητας μαύρο (χασίς), τόσο καλό που έπεφτε σύρμα για την ύπαρξή του, έτρεχαν να ειδοποιήσουν, διαδόθηκε η κυκλοφορία του.
Επίσης, «σύρμα» σημαίνει "χορδή".
Σωτήρχαινας
Πλούσιος κτηνοτρόφος από τη Λειβαδιά (1893 – 1932) ο οποίος κατηγορήθηκε – μάλλον λόγω πολιτικών αντιπαραθέσεων – για την απαγωγή και μετά την εκτέλεση ενός μικρού παιδιού. Στις φυλακές της Αίγινας και ενώ εκκρεμούσε η έφεση που είχε ασκηθεί στον Άρειο Πάγο κατά της καταδίκης του, εκτελέστηκε.
Ταξίμι
εισαγωγικό οργανικό κομμάτι της λαϊκής ή της δημοτικής μουσικής, όπου παρουσιάζεται και αναπτύσσεται ο δρόμος στον οποίο θα ακολουθήσει το κυρίως κομμάτι.
[taksim: (στα αραβικά)= διακοπή, πέρασμα, σταυροδρόμι].
Ταπί
χωρίς λεφτά.
Ταράφι
συμμορία, φατρία, ομάδα, κόμμα.
Ταρσανάς
ναύσταθμος, ναυπηγείο.
[τουρκ. tersane].
Ταταύλα
Συνοικία της Κωνσταντινούπολης, ΒΔ. του Πέραν.
Μέχρι το 1922 κατοικείτο αποκλειστικά από Έλληνες, φημισμένους για τα γλέντια τους.
Τεκές
Aρχικά σημαίνει μοναστήρι, ξενώνας και φιλανθρωπικό ίδρυμα. Αν σε κάποιους τεκέδες οι μοναχοί, οι δερβίσηδες, κάπνιζαν χασίσι, δυόσμο, λεβάντα ή άλλα βοτάνια, αυτό γινόταν μέσα από μια συγκεκριμένη διαδικασία πνευματικής έρευνας. Στους τεκέδες συγκεντρώνονταν σημαντικοί άνθρωποι με ανοικτή σκέψη και μεράκι για έρευνα γύρω από την καθημερινή ζωή, τις τροφές, τα πιοτά, τα βοτάνια, τη φαρμακευτική, την ιατρική, τη μουσική, τους κώδικες και τους κανόνες της ομαδικής και της ατομικής συμπεριφοράς, μέχρι και την οργάνωση της κοινωνίας.
Τους μοναχούς και ερευνητές αυτούς στο χώρο του Ισλάμ τους ονόμαζαν Σούφηδες, δηλαδή φιλοσόφους, ίσως από την ελληνική λέξη «σοφός». Αργότερα η σημασία της λέξης «τεκές» περιορίστηκε και σήμαινε «χασισοποτείο».
[τουρκ. tekke].
Τέλι
1. λεπτό σύρμα.
2. μεταλλική χορδή: (τα τέλια του μπουζουκιού).
[τουρκ. telι].
Τεμπεσίρι
κιμωλία
Κατ' επέκταση, ο πίνακας όπου γράφονταν με τεμπεσίρι τα βερεσέδια των πελατών.
Τερτίπι
κόλπο, πονηριά, ιδιόμορφη συμπεριφορά με πείσματα, καμώματα, νάζια.
[τουρκ. tertip = τέχνη].
Τέρτσος
ρέστος, χαμένος.
Τζανταρμάς
χωροφύλακας.
Τζαρές
1. βελτίωση, καλυτέρευση, λύση.
2. τραύμα, πόνος, ψυχικός πόνος".
3. "Γιαρές" είναι και ερωτικό ανατολίτικο τραγούδι που τραγουδιέται με πάθος.
4. Στη Μάνη που λέγεται η λέξη αυτή, έχει και την έννοια «δύναμη».
Τζελέπη ή Τσελέπη
Όρμος στο κέντρο του λιμανιού του Πειραιά.
Από το όνομα του Γιάννη Τζελέπη(*) πλούσιου κάτοικου της περιοχής
(*) Ο Τσελέπης ήταν ο πρώτος οικιστής του Πειραιά και επί πολύ το επώνυμό του επισκίαζε το κλασικό όνομα του επινείου της Αθήνας.
Τζες
1. κάποιος που δεν εκτιμούμε ή δεν υπολογίζουμε.
2. αστυνομικός ή ρουφιάνος.
Μεταγενέστερες έννοιες της λέξης: μόρτης, μάγκας, παιδί.
Επίσης, ο ενεργητικός ομοφυλόφιλος άντρας.
Τζιβαέρι
1. κόσμημα (φτιαγμένο από πολύτιμη πέτρα).
2. ως επιφώνημα: «θησαυρέ μου»
[τουρκ. cevahir = κόσμημα].
Τζιμάνι
πολύ ξύπνιος, ικανός άνθρωπος.
Κατά μια άποψη, από το αγγλ.- αμερικ. G-man, σύντμηση του Government Μan, συνθηματικό για τους πράκτορες του FBI.
Τζιτζιφιές
Στον όρμο του Φαλήρου, μεταξύ του Παλαιού και του Νέου Φαλήρου.
Τζογαδούρα
πολύ στενό παντελόνι που προτιμούσε ο Κουτσαβάκης.
Τζούρα
1. μικρή δόση, ρουφηξιά ναρκωτικού ή τσιγάρου, γουλιά.
2. το υπόλειμμα ενός υγρού στο δοχείο που το περιέχει.
Τζούρας
στερημένος από ναρκωτικές ή μεθυστικές ουσίες.
Τζόγια, Τζόγια μου
H φράση απαντά σε πολλά παραδοσιακά νησιωτικά τραγούδια. Είναι και φράση δημοφιλής στην Κέρκυρα, όπως και στον Καραγκιόζη.
Στην Κέρκυρα, συγκεκριμένα, σημαίνει "χαρά μου", σε άλλες περιοχές "ψυχή μου", "καμάρι μου", "χρυσέ μου".
[ιταλ. gioia = χαρά].
Τομπουρλίκα
η εύσωμη, η παχουλή γυναίκα.
Τουμπεκί
γενικά ο καπνός, ολόκληρο το φύλλο του καπνού.
Στον τεκέ, το τσιράκι του τεκετζή αναλάμβανε, καθισμένος στη γωνιά του, να τον ψιλοκόψει (αφού προηγουμένως τον είχε πλύνει κάπου έξω) και δεχόταν και παρατηρήσεις όταν τόλμαγε (ως μη όφειλε) να πάρει μέρος στη συζήτηση των θαμώνων: «εσύ, τουμπεκί ψιλοκομμένο...».
Τουμπεκί, Κάνω τουμπεκί, Τουμπέκα
σώπα, κάνε πως δεν καταλαβαίνεις, προσποιήσου.
«Τάγμα Τουμπεκί» ήταν ο πειθαρχικός ουλαμός που δημιουργήθηκε στο Καλπάκι ( «VIII Συνοριακός Τομέας - Καλπάκιον) το 1923 και αποτελούσε τόπο απομόνωσης για όλα τα «επικίνδυνα» στοιχεία της κοινωνίας. Ήταν μια ομάδα από ετερόκλητους μεταξύ τους ανθρώπους που αυτοονομάστηκε «Τάγμα Τουμπεκί», ονομασία που οφειλόταν στον κώδικα επικοινωνίας, τον «κώδικα τουμπεκί», μια γλώσσα συνθηματική, μη αντιληπτή από τους άλλους, που είχαν καθιερώσει μεταξύ τους. Όταν αργότερα άρχισαν κατά κύματα να εκτοπίζονται στον ουλαμό αυτό και ανεπιθύμητοι λόγω πολιτικών φρονημάτων, σταμάτησε να υπάρχει αυτή η ονομασία, μια και δεν ίσχυε πια συνωμοτική ή συνθηματική γλώσσα. Ο πειθαρχικός αυτός ουλαμός έκλεισε το '36.
Τουμπελέκι, Τουμπερλέκι
κρουστό όργανο με ηχείο αρχικά από πηλό και μεταγενέστερα από μπρούτζο ή αλουμίνιο.
Το πίσω μέρος του ηχείου είναι ανοικτό για να ακούγεται ο ήχος, ενώ στο μεγαλύτερο επιστόμιό του εφαρμόζεται δέρμα ή πιο συχνά πλαστικό.
Το τουμπελέκι παίζεται και με τα δύο χέρια και κρατιέται κάτω από την αριστερή μασχάλη ή κρέμεται από τον αριστερό ώμο. Το δεξί χέρι χτυπά τους ισχυρούς χρόνους και το αριστερό τους αδύνατους. Το δεξί χτυπά συνήθως στο κέντρο της επιφάνειας, όπου έχουμε πιο βαθύ ήχο ενώ το αριστερό στην άκρη κοντά στο χείλος, όπου ο ήχος είναι πιο οξύς και πιο μικρής διάρκειας.
Τουρσέκι, Ντουρσέκι Τουρσεκάκι
γωνία του δρόμου, σταυροδρόμι.
[τουρκ. dursek].
Τούμπα
Περιοχή στα ανατολικά της Θεσσαλονίκης, σε οικισμό που υπήρχε εκεί από την αρχαιότητα (νεολιθική εποχή).
Οφείλει την ονομασία του αυτή ("τούμπα") στη μορφή λόφων που έχει αυτός ο οικισμός.
Οι λόφοι αυτοί σχηματίστηκαν από διαδοχικά στρώματα επίχωσης, τα οποία δημιουργήθηκαν από την αρχαιότητα.
Τούμπα
σωλήνες υψηλής πίεσης
Τούνεζι
η Τυνησία. Από το Tunes ή Tunis, στα αραβικά.
Τουφατζής
ο φυλακόβιος.
Τραβηχτό
Το καλάμι από το οποίο ρούφαγαν τον αργιλέ.
Τραγιάσκα
είδος κασκέτου που το φορούν συνήθως εργάτες.
Τρακάρω
1. συναντώ τυχαία
2. παίρνω κάτι χωρίς να έχω τη διάθεση να το επιστρέψω.
3.Τρακάρομαι, είμαι τρακαρισμένος:
φέρομαι με αμηχανία.
Τρούμπα
Περιοχή του Πειραιά, αποτελεί μέρος της συνοικίας της Τερψιθέας.
Το όνομα της το οφείλει στην τρόμπα – αντλία - που ήταν τοποθετημένη από το 1860 σε πηγάδι, στην περιοχή αυτή, στην αρχή της οδού Αιγέως, σημερινής 2ας Μεραρχίας, από το οποίο έπαιρναν νερό τα πλοία.
Κέντρα διασκέδασης και τεκέδες υπήρχαν στην περιοχή πριν την κατοχή, ενώ μετά απ' αυτήν, οίκοι ανοχής και καμπαρέ μέχρι το 1968 που έκλεισαν από το Σκυλίτση.
Τσέλιος Θανάσης (Νάσος )
Ληστής, γνωστός ως Τσεκούρας, από τη Βασιλική Καλαμπάκας.
Έδρασε τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα μεταξύ Τρικάλων και Καλαμπάκας, προς την περιοχή του Πηνειού και τον Κόζιακα, με ορμητήριο το χωριό Περιστέρα.
Στις 17 Μάη 1911 η συμμορία του Νάσου Τσεκούρα συνέλαβε αιχμαλώτους τον ανακριτή Τσιριγώτη και τον ειρηνοδίκη Φαρκαδόνας Πλάτυκα, τους οποίους άφησε ελεύθερους μόλις έμαθε την ιδιότητα τους. Μετά από τέσσερις ημέρες ο Τσεκούρας έπεσε στα χέρια της αστυνομίας, μετά από προδοσία φίλου του.
Τσίκα
μικροκομμένο κομμάτι μαύρο και επεξεργασμένο χασίς που τοποθετούσαν στον αργιλέ.
Τσίλια, Τσίλιες, Κρατάω τσίλιες, Φυλάω τσίλιες
παραφυλάω μήπως παρουσιαστεί αστυνομικό ή άλλο εποπτικό όργανο, την ώρα που συνεργάτης ή συνεργάτες μου κάνουν κάτι παράνομο ή παράτυπο, ώστε να τους ειδοποιήσω έγκαιρα.
Τσιλιαδόρος
1. αυτός που κρατάει τσίλιες, που φυλάει σκοπιά, που φρουρεί συνήθως για να γίνει κάποια ύποπτη, παράνομη δουλειά
2. αυτός που παραφυλάει για κάτι.
[ιταλ. ciglio = βλεφαρίδα, βλέφαρο].
Τσίλικος
καινούριος, αστραφτερός, φινετσάτος.
Τσίφτης, Τσίφτισσα
άνθρωπος πανέξυπνος, καπάτσος, μάγκας.
Επίσης άνθρωπος άψογος:
1. στην εξωτερική του εμφάνιση.
2. στη συμπεριφορά του - άνθρωπος εντάξει
[αλβ. qift = γεράκι η αρχική σημασία και κατ' επέκταση ο πανέξυπνος άνθρωπος.].
Τσαγκλί
ξερό κλαδί
Τσακίρικος , (τσακίρικα μάτια)
ελκυστικά, γοητευτικά.
Τσακιρισμένος
σε κατάσταση έντονης ευφορίας, μεθυσμένος.
Τσακιστή
Η πόρτα.
Τσακιτζής
Εφές (= αρχιζεϊμπέκης του Αϊδινίου).
Οργάνωσε από το 1899 ανταρσία κατά της Οθωμανικής εξουσίας και ανέπτυξε δράση αντιεξουσιαστική και τόσο έντονα φιλολαϊκή που η ζωή, οι έρωτες και οι περιπέτειές του υμνήθηκαν εκτός από τους Τούρκους και από τους Έλληνες σε τραγούδια:
· «Ο Τσακιτζής», 1930 με τη Ρόζα,
· Ο νέος Τσακιτζής», Γκούτη – Μπακάλη με το Διονυσίου,
· Αμάν αμάν Τσακιτζή», Περπινιάδη, Αργ. Βαμβακάρη με το Βαγ. Περπινιάδη
· Επίσης στο θέατρο Σκιών, στη λογοτεχνία, ακόμα και στον κινηματογράφο.
Δολοφονήθηκε σε ενέδρα το 1911. [τουρκ. Cakici = μαχαιράς, καρφωτής].
Τσαλαπάτημα
ποδοπάτημα, εξευτελισμός.
Τσαμπουκάς
1. ζόρικη και μάγκικη συμπεριφορά, μαχητικότητα,
2. ζοριλίκι, φασαρία, αφορμή για παρεξήγηση.
Τσαμπουκαλεύομαι
συμπεριφέρομαι επιθετικά, εριστικά, δημιουργώ προβλήματα, παρεξηγιέμαι.
Τσανακάκια
1. Τουμπελεκάκια, πήλινα τούμπανα.
2. γαβάθες, πήλινα πιάτα.
Τσαρδί
σπίτι, καλύβι ή υπόστεγο σκεπασμένο με κλαδιά, άχυρο ή καλάμια.
[τουρκ. cardak ].
Τσαχπίνης
1. αυτός που με χαριτωμένα καμώματα προσελκύει την προσοχή και τη συμπάθεια των άλλων.
2. κυρίως για γυναίκα που προκαλεί το αντρικό ενδιαφέρον.
Τσερκέδες
μελωδίες που τραγουδούσαν οι Τσερκέδες, Τούρκοι που κατοικούσαν στην περιφέρεια της Σμύρνης.
Τσερκέζος, Τσερκέζα
Ο Κιρκάσιος, η Κιρκασία.
Περιοχή της Ρωσίας που εκτείνεται από τις πλαγιές του μεγάλου Καύκασου μέχρι τον Εύξεινο Πόντο και την Αζοφική θάλασσα και μέχρι τη Γεωργία.
Τσικ
Ωραίος, κομψός, γοητευτικός, άψογος.
Τσιράκι
1. μαθητευόμενος τεχνίτης.
2. αυτός που έχει προσκολληθεί σε κάποιον ανώτερό του, στον οποίο προσφέρει τις υπηρεσίες του με αντάλλαγμα κάποιο προσωπικό όφελος.
[τουρκ. cιrak].
Τσιρίγο
Τα Κύθηρα, από παραφθορά του Cytherigo Cerigo, ονομασία που έδωσαν στο νησί Σταυροφόροι και Μεταβυζαντινοί.
Τσοντάρω
συμπληρώνω το ποσό που απαιτείται για κάποιο σκοπό, συνεισφέρω, ενισχύω, βοηθώ, βάζω το μερίδιό μου.
Τσουβαλιάζεσαι
καταλαβαίνεις, παίρνεις χαμπάρι.
Τσούρμο
πλήθος ανθρώπων, πλήρωμα (κυρίως πλοίου), κωπηλάτες στις γαλέρες, κατάδικοι.
[ιταλ. ciurma].
Φάντης
1. τραπουλόχαρτο με τη φιγούρα νεαρού άντρα.
2. απροσδόκητη, ξαφνική και συχνά ανεπιθύμητη εμφάνιση κάποιου.
Φαραώ
Παιχνίδι της τράπουλας.
Φελάχος, Φελάχα Φελαχοπούλα
ιθαγενής αγρότης, χωρικός της Aιγύπτου.
Φερμάρω
1. βάζω στο στόχαστρο, ετοιμάζομαι να επιτεθώ.
2. παρακολουθώ με προσοχή, προσηλώνω το βλέμμα μου σε κάποιον ή κάτι. Από τη στάση (φέρμα) που παίρνει το κυνηγόσκυλο όταν βρει το θήραμά του: κοκαλώνει κοιτάζοντάς το, έτσι ώστε να υποδείξει στον κυνηγό το στόχο του.
Φθίση
Η φυματίωση.
Φθισικός
O φυματικός (βλ. και χτικιό).
Φιντάνι
το νέο φυτό, το βλαστάρι.
Μεταφορικά το νεαρό πρωτοεμφανιζόμενο άτομο.
[τουρκ. fidan < ίσως από το ελληνικό ουσ. φυτάνη].
Φιρμάνι
1. σουλτανικό διάταγμα
2. έγγραφο που κοινοποιεί στον παραλήπτη απόφαση ή εντολή που πρέπει να εκτελεστεί υποχρεωτικά [τουρκ. ferman].
Φιόγκος
άνδρας μαλθακός, χωρίς έκδηλο ανδρισμό.
Φοίνικας
Χωριό παραθαλάσσιο στο νοτιοδυτικό τμήμα της Σύρου.
Φόρτσα
Eπιρ. (προτρεπτικά) με δύναμη, υπερβολικά, ορμητικά.
[ιταλ. forza < λατιν. fortis = ισχυρός, δυνατός].
Φουμέρνω, Φουμάρω
καπνίζω (τσιγάρο, χασίς κλπ.).
[ιταλ. Fumare < fumus, λατιν. = καπνός]
Φουντάρω
βουλιάζω, βυθίζομαι, πάω στον πάτο, στο βυθό, (κατ΄επέκταση: πέφτω από ένα ύψος προς τα κάτω, στο βυθό, στο έδαφος κ.λ.π..), βουλιάζω, ρίχνω άγκυρα, αγκυροβολώ και αράζω.
[παλ. ιταλ. fondar(e)].
Φουρκάλι, Φρουκάλι
Σκούπα αυτοσχέδια.
Φραμπαλάς
1. είναι λωρίδα από ύφασμα με πιέτες ή σούρα που τη ράβουν στο κάτω μέρος ενός ρούχου, φούστας, φορέματος ή στα μανίκια, για διακοσμητικό.
2. Άνθρωποι που διασκεδάζουν και κάνουν θόρυβο μαζεμένοι όλοι μαζί, που αστειεύονται κ.λπ.
3. Η χοντρή γυναίκα
4. Γενικά, η γυναίκα που άρεσε στους άντρες.
Φρατέλοι
ονομάζονταν οι Ιταλοί στρατιώτες (δεν έχει τη σημασία κάποιου τίτλου στρατιωτικού η λέξη) κατά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, για να φανεί η σύμπνοια, η συναδέλφωσή τους.
Φρούμελ
Λικέρ χρώματος τριανταφυλλί, των αδελφών Παναγιωτάκη.
Φρόκαλο
Σκουπίδι, και κατ' επέκταση, "τιποτένιος άνθρωπος", "χαμηλής νοημοσύνης", αλλά και "άσχημος".
Φρύγανο
1. Το μικρό ξερό κλαδί ή θάμνος, που χρησιμοποιείται συνήθως ως προσάναμμα σε φωτιά.
2. Επίσης, τύπος φυσικού οικοσυστήματος, ξηρού και άγονου, στο οποίο κυριαρχούν μικροί θάμνοι και ποώδη φυτά.
Χαβάς
Σκοπός, μελωδία τραγουδιού. Επίσης πεισματώδης επανάληψη των ίδιων λόγων, πράξεων, συμπεριφοράς κλπ. («Χαβάς» στα τούρκικα σημαίνει «αέρας»)
Χαλιμά
Κεντρική ηρωίδα της συλλογής ανατολίτικων ιστοριών Χίλιες και μια νύχτες, με το οποίο όνομα ο άγνωστος μεταφραστής του 19ου αιώνα αντικατέστησε το αυθεντικό όνομα Σεχραζάτ (περσ. προέλευσης), ίσως γιατί είχε ακούσει αραβική διασκευή του παραμυθιού.
[ "παραμύθια της Χαλιμάς"= λόγια, υποσχέσεις που δύσκολα γίνονται πιστευτά ή που δεν μπορεί κανείς να αποδείξει].
Χαμάμ
δημόσια θερμά λουτρά ανατολίτικου τύπου.
Κατ' επέκταση το πλύσιμο του σώματος που γίνεται σ' αυτά και που συνοδεύεται από δυνατό τρίψιμο, αλλά και κάθε κλειστός και υπερβολικά ζεστός χώρος.
Χανούμισσα Χανουμάκι
η γυναίκα που ζει στο χαρέμι.
2. γενικά, η Μουσουλμάνα.
Χαράμι
ανώφελα, μάταια, για κάτι που γίνεται ή που ξοδεύεται ανώφελα, χωρίς να το αξίζει ή χωρίς να υπάρχει κάποιο κέρδος.
[τουρκ. haram: απαγορευμένο από τη θρησκεία, κακό - αραβ. harim: απαγορευμένος, ιερός, φράση: haram olsun? να μην το χαρείς;].
Χαρακίρι
1. Κάθε πράξη αυτοκαταστροφής.
2. "θα κάνω χαρακίρι"= έκφραση απόγνωσης, όταν κάποιος δεν μπορεί να αντέξει άλλο μια κατάσταση
3. τελετουργική αυτοκτονία με βαθύ σκίσιμο της κοιλιάς με ξίφος ή μαχαίρι. Ήταν μέρος της παλιότερης παράδοσης της ιαπωνικής στρατιωτικής τάξης των σαμουράι και αποτελούσε βασικό στοιχείο του κώδικα τιμής για πολεμιστές ή αξιωματούχους που είχαν ατιμαστεί, καταδικαστεί σε θάνατο ή ήταν έκφραση βαθύτερου πένθους.
Χαρμάνης
ο εθισμένος χρήστης ναρκωτικών, ο οποίος δεν έχει κάνει χρήση για πολύ καιρό, με αποτέλεσμα να υφίσταται το σύνδρομο της στέρησης.
Χαρχαλάς
1. Αυτός που κάνει θόρυβο, αρβάλα.
2. Αυτός που ψαχουλεύει κάνοντας θόρυβο.
3. Ο χωρίς χάρη, ο χοντροκομένος στις κινήσεις του, ο αργόστροφος.
Χάσικος
σημαίνει καλής ποιότητας, εκλεκτός, καθαρός, άσπρος.
Χατζηκυριάκειο
Συνοικία του Πειραιά, στα νοτιοανατολικά της πόλης, στο δυτικό άκρο της Πειραϊκής χερσονήσου.
[Το όνομα της το οφείλει στο Σμυρναίο κτηματία και έμπορο Ιωάννη Χατζηκυριακό ο οποίος το 1889 ίδρυσε το Χατζηκυριάκειο Ορφανοτροφείο].
Χήνα
το χιλιάρικο. Μεταφορικά, οποιοδήποτε χάρτινο νόμισμα.
Χρυσή, Βγάζω τη χρυσή
1. παθαίνω ίκτερο και κιτρινίζω.
2. θυμώνω υπερβολικά.
Χτένι
τρόπος κλεψίματος στα χαρτιά. Ανακατεύονταν με τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει έλεγχος της σειράς με την οποία θα εμφανίζονταν.
Χτικιάζω
1. προσβάλλομαι από χτικιό, από φθίση
2. (μεταφ.) για δήλωση έντονης στενοχώριας, αγανάκτησης.
3. ταλαιπωρούμαι, κουράζομαι. Επίσης κάνω κάποιον να πάθει φθίση, «λειώνω», εξαντλώ κάποιον.
Χτικιό
1. φυματίωση
2. (μτφ.) μεγάλη κούραση, ταλαιπωρία
Χότζας
1. Μουσουλμάνος ιεροδιδάσκαλος, ο οποίος γνωρίζει, ερμηνεύει και διδάσκει το ιερό βιβλίο, το Κοράνι. (πρβ. ιμάμης).
2. Πρόσωπο της λαϊκής παράδοσης, πρωταγωνιστής διασκεδαστικών ηθικοπλαστικών ιστοριών της Ανατολής.
Ψιλό γαζί
συστηματικά κοροϊδεύω κάποιον χωρίς αυτός να το αντιλαμβάνεται.
Ψυρρή
Ιστορική συνοικία με πλατεία που έφερε το ίδιο όνομα (σήμερα λέγεται "πλατεία Ηρώων" ) στο κέντρο της Αθήνας.
Πρώτοι της κάτοικοι εσωτερικοί μετανάστες από ορεινές περιοχές, άγονα νησιά και αλύτρωτες πατρίδες από τα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα. Μάζες άνεργες και εξαθλιωμένες οι περισσότεροι από αυτούς, ωθήθηκαν και στην παρανομία για τις ανάγκες της σκληρής επιβίωσης ή «αξιοποιήθηκαν» από εκπροσώπους των δυο κυρίαρχων κομμάτων της εποχής για προπαγάνδα και εκφοβισμό ψηφοφόρων στη μεταξύ των κομμάτων πολιτική αντιπαράθεση.
Ανάμεσά στους παλικαράδες του Ψυρρή χαρακτηριστικός τύπος οι κουτσαβάκηδες, με τον ιδιαίτερο κώδικα επικοινωνίας και ενδυματολογίας και την προκλητική απέναντι στους εχθρούς τους συμπεριφορά, οι μόρτηδες [: νεκροθάφτες που είχαν μαζέψει τους νεκρούς της επιδημίας χολέρας κατά τα χρόνια του Κριμαϊκού πολέμου (1854 - 1857)] και οι τραμπούκοι.
Από το 1892 άρχισε η διαδικασία "εκκαθάρισης" της περιοχής του Ψυρρή από τα "παραβατικά" στοιχεία από τον τότε αστυνομικό διευθυντή Δημήτρη Μπαϊρακτάρη.
Ωρωπός
Η πρώην Κοινότητα Ωρωπού, σήμερα Δήμος, ήταν χωριό της ενδοχώρας της περιοχής.
Στην παραλιακή ζώνη, όπου και οι φυλακές, παλιά δεν υπήρχε τίποτα και απλά ήταν «η παραλία του Ωρωπού». Αργότερα δημιουργήθηκε εκεί η ιχθυο-Σκάλα Ωρωπού, σε μία προσπάθεια της τότε κυβέρνησης για διευκολύνσεις στη διακίνηση αλιευμάτων του Νότιου Ευβοϊκού.
Δίπλα ακριβώς δημιουργήθηκε και η κοινότητα «Νέα Παλάτια», με (Παλατιανούς) πρόσφυγες από την ομώνυμη κωμόπολη της Μικρασίας.
Από το 1933 στεγάστηκαν εκεί οι αγροτικές φυλακές και η φυλακή αυτή παρέμεινε μέχρι το 1970, ενώ κατά τη διάρκεια της Χούντας υπήρξαν και αρκετοί πολιτικοί κρατούμενοι εκεί.
πηγή

Related Posts