Τα δύο αντίθετα πρόσωπα των Κυθήρων

Αφιερωμένο στη Ρένα!
Δύσκολα αισθάνεται κανείς «ντόπιος» Αθηναίος, ακόμα κι αν είναι απόγονος τέταρτης γενιάς μετοίκων. Στην πόλη νιώθεις τόπο σου μονάχα το διαμέρισμά σου.
Εξ ου και δεν είναι λίγοι εκείνοι που αν και ανδρώθηκαν μέσα στο γκρίζο μπετόν, νιώθουν συντριπτικά ισχυρότερο τον δεσμό με κάποιον μακρινό πατρογονικό επαρχιακό τόπο......
Έτσι κι εγώ νιώθω ότι ανακάλυψα τη ζωογόνο αίσθηση του ανήκειν στα Κύθηρα.
 Στο Τσιρίγο, το μοναδικό νησί, στο άκρο της Πελοποννήσου που αμφιταλαντεύεται μεταξύ Αιγαίου και Ιονίου πελάγους, αισθάνθηκα ότι το επίθετο «Τσιριγώτης» μου προσέφερε μια ταυτότητα, επιτρέποντάς μου να σταθώ καλύτερα στα πόδια μου απ’ ό,τι με την αθροιστικά μηδενική πολυσημία του «Αθηναίος».
 Η ανακάλυψη των Κυθήρων, μιας μικρής κοινωνίας με συγκεκριμένα και περατά όρια, αναγνωρίσιμα πρόσωπα που αρχίζουν να λείπουν μόλις πεθάνουν, αλλά που είναι μυστηριωδώς πάντοτε παρόντα στο νησί, μου χάρισε το θείο έναυσμα της δημιουργίας.
Τα Κύθηρα τα γνώρισα καλά στα αργόσυρτα μακρά καλοκαίρια των παιδικών, σχολικών και φοιτητικών μου χρόνων. Τότε επισκέφθηκα τα πολυάριθμα κατοικημένα κι ακατοίκητα χωριά, τις πολυάνθρωπες ή απάτητες παραλίες που κρατούσαν ανέπαφα τα χνάρια μου μέχρι την επόμενη επίσκεψη, τότε γνώρισα τους μακρινούς μου συγγενείς και έστησα γερές φιλίες με ντόπιους και Αθηναίους τακτικούς παραθεριστές τσιριγώτικης καταγωγής. Από το 1974, δεν πέρασε καλοκαίρι που να μην επισκέφθηκα τουλάχιστον για μια εβδομάδα το νησί.
Αρχικά με κέρδισαν τα δύο αντίθετα και συμπληρωματικά πρόσωπα του κυθηραϊκού τοπίου. Τα στεγνά και βραχώδη παράλια με το χτυπητό κοκκινόχωμα και το μεθυστικό άρωμα ξεραμένου θυμαριού που παραπέμπουν στις διψασμένες Κυκλάδες, και το θαλερό και πράσινο εσωτερικό που φέρνει στο νου νησί του Ιονίου.
 Έζησα είκοσι περίπου συναπτά καλοκαίρια σε ένα ξεχασμένο από την «ανάπτυξη» ψαροχώρι, (με λάμπες πετρελαίου και νερό απ’ το πηγάδι) στο Διακόφτι, που ανέπτυξε μια καταστροφική ζήλια για το κεντρικό λιμάνι, την Αγία Πελαγία.
Σε αυτό το διάστημα έζησα μια άλλη Ελλάδα, την οποία πρόλαβαν μονάχα άνθρωποι δύο γενιές μεγαλύτεροί μου. Τότε που πριν τη βάρβαρη επέλαση των τουριστών, το χωριό –δέκα οικογένειες όλες όλες– μαζευόταν τα βράδια στην παραλία, άναβε φωτιά, έστηνε ένα κουρδιστό γραμμόφωνο και χόρευε νησιώτικα και μπάλους μέχρι το πρωί.
 Τότε που στο κυριακάτικο παζάρι δεν πουλούσαν ψεύτικα ινδικά χαϊμαλιά, άλλα έβλεπες γριούλες να τακτοποιούν στο κιλίμι που άπλωναν στις πλάκες τις πλατείας, μόλις τέσσερα ή πέντε μηλοροδάκινα και μια αγκαλιά χόρτα. Τότε που έριχνες καθετή με τρία αγκίστρια και έφερνες επάνω τουλάχιστον δύο ψάρια.
Στα Κύθηρα έζησα, σαν ταινία τρόμου, τη φρικώδη μεταμόρφωση της Ελλάδας σε οικονομική φούσκα. Έζησα τη μετατροπή του μικροσκοπικού αεροδρομίου της ΜΟΜΑ σε αερολιμένα Κυθήρων με τον επακόλουθο διορισμό έξι καθαριστριών για τον καθαρισμό του. Είδα καλούς ψαράδες να πουλάνε λυγερά και μακρύκορμα καΐκια για να πιάσουν ένα άεργο καλοπληρωμένο τότε πόστο στο Δημόσιο.
Είδα τον απερίγραπτης φυσικής καλλονής κόλπο του Διακοφτιού να μετατρέπεται σε κύριο λιμάνι του νησιού (το τρίτο) και τους κατοίκους του να υψώνουν μπροστά στις κάμερες πανό με σύνθημα: «150 χρόνια κυθηραϊκών αγώνων τώρα δικαιώνονται», καθώς έτσι πίστευαν ότι θα κέρδιζαν εύκολο και άκοπο χρήμα. Παράτησαν καΐκια και χωράφια και έχτισαν πανάσχημα κι ευτελέστατα μπετονένια Ρουμς-του-λετ, πλάι στις αρχοντικές καμάρες του 17ου αιώνα. Είδα τους ίδιους ανθρώπους να μουντζώνονται είκοσι χρόνια μετά και να θέλουν να βάλουν βόμβα για να τινάξουν στον αέρα το λιμάνι που «χάλασε» το χωριό τους.
Είδα την Παλαιόπολη, έναν μικρό Μυστρά, διάσπαρτη κομψοτεχνήματα της βυζαντινής ναοδομίας, ενίοτε και του 11ου αιώνα, να εγκαταλείπεται στη μοίρα της και στους αρχαιοκάπηλους. Η βροχή και το κρύο αποτελειώνουν τις εξαίσιες βυζαντινές τοιχογραφίες, που έμειναν έκθετες μετά την μερική κατάρρευση των ναΐσκων.
Παρόλα αυτά το νησί διατηρεί ανέπαφη την ομορφιά που προκύπτει από το πάντρεμα του φωτός με την πέτρα και τη θάλασσα και μοιάζει ικανή «να σώσει τον κόσμο». Διατηρεί ρυθμούς ζωής που συμβαδίζουν με τον χρόνο ωρίμανσης των καρπών και των ψυχών.
Του Σπύρου Γιανναρά

Related Posts