Η ιστορία της λέξης Πόρνη

Η πόρ-νη παράγεται από ρίζ. *περ απ' όπου το πέρ-νημι(ποιητικά «περώ διά θαλάσσης, πωλώ).
Υπάρχει και το ρήμα πι-*πράσκω• από την *περ τοπι*περ(ά)-σκω: πι-*πράσκω που σημαίνει πωλώ.
Ακόμα...
το ε-*πρι-άμην: ηγόρασα
πράγ-ω: πράσσω
πράγ-μα
πράξις
πράκτωρ και τόσες άλλες.

Η πόρνη είναι πράγ-μα που πορνεύεται υπό του τυχόντος.
Αυτό το ξεκαθαρίζουν οι αρχαίοι:
«Εταιρεί μεν -γράφουν- και πορνεύεται».
Το «εταιρέ-ω»: τον βίον εταιρικόν μετέρχομαι και μισθόν λαμβάνω επί τώ σώματι, παράγεται από ρίζα *Fet απ' όπου ο έτ-ης, ο εταίρος, ο φίλος και η εταίρα, η φιλη-νάδα.
Από εκεί το εταιρίζω: συντροφεύω, το προσεταιρίζομαι, δηλαδή το προστίθεμαι σε κάποιο φίλο, το εταιρείας ποιούμαι, εις εταιρείαν καθίστημι, οι γνωστε'ς εταιρείες και οι συνεταίροι που αρχικά, απ' ό,τι φαίνεται, ήταν εραστές. Ο έρως ενώνει.
Πόρνη, λοιπόν, είναι αυτή που έφεραν, από μακριά, διά θαλάσσης και την πούλησαν οι πράκτορες του λιμανιού στους πορνοβοσκούς.
Το πορνοβοσκέω το χρησιμοποιεί σχεδόν αποκλειστικά ο Αριστοφάνης. Παράγεται μάλλον από την *περ απ' όπου τοπι-*περ(ά)-σκω: πιπράσκω: πωλώ. Αυτή είναι η μια εκδοχή για τη λέξη πόρνη. Διότι υπάρχει και άλλη, να παράγεται η λέξη από ρίζα *πορ.
Λατινικά Ruer, Poer, Poϊr ονομάζεται το αγοράκι (και σπανιότερα το κοριτσάκι), ο νέος, ο νεανίσκος, ο μικρός δούλος.
Marci-por, το παιδί του Μάρκου.
Πορ-τίς και πόρ-ταξ, από την *πορ, ονομάζεται το νεογνό βοός, το μοσχαράκι. Είναι πιθανό από την *πορ να παράγεται και η λέξη παρ(θ)ένος.
Σύμφωνα με τη δεύτερη εκδοχή, λοιπόν, πόρ-νος και πόρνη μπορεί να σημαίνει αρχικά νέος άνδρας, νέα γυναίκα.
Στην Πύλο ζουν -σύμφωνα με τους ειδικούς που διαβάζουντη Γραμμική Β-γυναίκες: Mi-ra-ti-ja
Μι-λά-τι-αι
Μι-λή-σι-αι
γυναίκες ra-mi-ni-ja
Λά-μνι-αι
Λή-μνι-αι
φερμένες από μακριά.
Μερικές απ' αυτές είναι I-je-re-ja
do-e-ra
ι-ε-ερεί-ας
δο-έ-λαι
δούλες της ιέρειας - Ιερόδουλοι
Πόρ-νη - πρώτη εκδοχή:
*Περ
Περ-νημι «περώ διά θαλάσσης, πωλώ»
Πι-*Περ*(ά)-σκω: Πι-*Πρά-σκω
Εae*Πρι-άμην: ηγόρασα
πράγ-jω: Πράσσω
Πράγ-μα
Πράξις
Πράκτωρ
*Fetae
έτ-ης: εταίρος
εταιρέω
προσ-εταιρίζομαι
συν-εταίρος
Πόρνη - δεύτερη εκδοχή
*Πορ
Λατινικά Puer
Λατινικά Poer
Λατινικά Poϊr αγοράκι
Marci-Por
Πορ-τίς νεογνό βοός
Πόρ-ταξ νεογνό βοός
Παρ(θ)-ένος;
Ν. Βαρδιαμπάσης ~ Η ιστορία μιας λέξης (Λιβάνης 1996) 

Related Posts