Ανέκδοτο: Ο ΛΗΞΟΥΡΙΩΤΗΣ

Παντρεύτηκε ένας Ληξουριώτης μία Αργοστολιώτισσα. Δε λέω, καλή η Φιορούλα.
- Στον 5ο μήνα του λεει: έλα δω μωρέ;.
- Τση λεει εκείνος: ζουρλάθηκες βωρή γυναίκα; ώρα μεσημέρι;
-Τίποτα σου λέω έλα εδώ.
Πάει ο Ληξουριώτης, καλός άνθρωπος. τι θες βωρή γυναίκα ;
- Άκου να σου πω, είμαι στον 5ο μήνα.
Τόμου δε πα να μου βρεις γλυκά σου (τα ξέρεις τα σου τα γλυκά) θα χάσω το παιδί
Τση λεει εκείνος: - ωρή, είδες το ρολόι;
Είναι τρεις η ώρα. Τα ζαχαροπλαστεία είναι κλειστά.
 - Τίποτση σου λεω!
Εγώ από τ΄Αργοστόλι είμαι βουρλισμένη.
Τόμου δε μου βρεις τα γλυκά σου θα χάσω το παιδί.
Αγανακτισμένος ο άνθρωπος έτρεχε εδώ έτρεχε εκεί, δεν έβρισκε ζαχαροπλαστείο.
Πάει στου Μαυροειδή κλειστός, πάει στ άλλο ζαχαροπλαστείο πού ναι κοντά στο ποτάμι, το Σεράνο, προλαβαίνει στην πόρτα το ζαχαροπλάστη και του λεει:
 -Σταύρο, Σταύρο μου, ήμαρτον!
Ένα κουτί γλυκά σου.
-Τι τα θέλεις;
-Άστα Σταύρο μου, η γυναίκα μου τα θέλει να μη χάσει το παιδί.
Πράγματι τα βάζει ο Σταύρος τα γλυκά σου, πληρώνει ο Ληξουριώτης, ανεβαίνει στο μηχανάκι να παει γρήγορα γρήγορα στη γυναίκα του.
Ανεβαίνοντας όμως τη μεγάλη ανηφόρα του γηροκομείου του Ληξουρίου ε, δεν έβλεπε το δρόμο, τον χτυπάει ένα αυτοκίνητο και τόνε σκοτώνει.
Πάει η ψυχή του στον Παράδεισο, Χτυπάει το μάνταλο η ψυχή, ανοίγει ο Πέτρος, κοιτάζει τα χαρτιά του, και του λεει:
Ναι, ναι ο Ληξουριώτης.
Καλός.
Που παντρεύτηκες Αργοστολιώτισσα (που λέμε εμείς οι Ληξουριώτες) και δεινοπάθησες, εξυπακούεται ότι θα πας στον Παράδεισο.
Αλλά άκου να σου πω πρέπει να σε δει η Παναγιά πρώτα.
Να με δει.
 -Ναι, να σε δει η Παναγιά.
-Πέτρο που ναι η Παναγιά; στον έβδομο όροφο.
-Και πως ανεβαίνουμε εκεί;
-Πώς ανεβαίνεις;
Μπαίνεις στο ασανσέρ και ανεβαίνεις.
Ανεβαίνει λοιπόν ο Ληξουριώτης γρήγορα γρήγορα ανοίγει την πόρτα και βλέπει την Παναγιά που έπλεκε με τις βελόνες και το κεφάλι κάτου.
Κάνει θόρυβο με τα πόδια του, σηκώνει η Παναγιά το κεφάλι της και του λεει:
-Βρε ποιος είσαι συ;
-Κι εκείνος απαντάει: Ο κύριος με τα σου...

Related Posts